Εγκλήματα, Κοινωνία, Συμπεριφορά

“Η επίδραση των παρευρισκομένων” | Ένα έντονο και προβληματικό φαινόμενο της καθημερινότητας

Στις 13 Οκτωβρίου στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, νεαρή γυναίκα υπέστη σεξουαλική παρενόχληση και στη συνέχεια σεξουαλική βία με μορφή βιασμού σε συρμό τρένου ενώπιον τρίτων, χωρίς κανέναν από τους συνεπιβάτες της να παρέμβει. Μάλιστα, πολλοί θεώρησαν ορθό να βιντεοσκοπήσουν το γεγονός, αντί να βοηθήσουν έμπρακτα την άτυχη κοπέλα. Ορμώμενοι από αυτό το περιστατικό, αξίζει να αναφερθούμε στο φαινόμενο της “επίδρασης των παρευρισκομένων” (ή αλλιώς “the Bystander Effect”), το οποίο φαίνεται να πλήττει την κοινωνία, τόσο την πραγματική όσο και τη διαδικτυακή, επί μονίμου βάσεως. Ανάλογα περιστατικά απραγίας κατά τη διάρκεια περιστατικών βίας σε δημόσιο χώρο έχουν σημειωθεί τόσο σε πανεπιστήμια όσο και σε σχολεία σε ολόκληρο τον κόσμο, σε γειτονιές, πάρκα, πλατείες και κοινόχρηστους χώρους, αναδεικνύοντας μια γενικότερη εικόνα κοινωνικής αναισθησίας στον πόνο του διπλανού.

Η “επίδραση των παρευρισκομένων” αφορά ένα φαινόμενο της κοινωνικής ψυχολογίας, στο οποίο όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των ατόμων που είναι παρόντες σε ένα βίαιο συμβάν, τόσο λιγότερες είναι οι πιθανότητες να βοηθήσουν το άτομο που δέχεται την επίθεση. Σε τέτοια περιστατικά έχουμε πολύ πιθανόν βρεθεί παρόντες όλοι, ωστόσο ενδεχομένως λίγοι να έχουμε δράσει άμεσα για την επίλυση τους. Το “Bystander Effect” νοηματοδοτείται ως εξής: είναι πιο πιθανό ένα άτομο να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του εάν βρίσκεται στον χώρο σαν μονάδα, παρά όταν αποτελεί μέρος μιας ομάδας ανθρώπων, ενός κοινού. Η πιθανότητα ένας περαστικός να βοηθήσει κάποιον θεωρείται ότι είναι αντιστρόφως ανάλογη του αριθμού των παρευρισκομένων. Όσο δηλαδή περισσότεροι άνθρωποι είναι παρόντες, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να βοηθήσει κάποιος.

Γιατί ωστόσο συμβαίνει αυτό;

Υπάρχουν τέσσερις κύριοι παράγοντες που συμβάλλουν στο φαινόμενο της “επίδρασης των παρευρισκομένων”.

Πρώτον, η παρουσία άλλων ανθρώπων δημιουργεί μία διάχυση ευθυνών. Επειδή υπάρχουν λοιπόν άλλοι παρατηρητές, τα άτομα δεν αισθάνονται τόση μεγάλη πίεση για να αναλάβουν δράση σε μια κρίσιμη κατάσταση. Η ευθύνη για δράση θεωρείται ότι μοιράζεται εξίσου σε όλους τους παρευρισκόμενους.

Ο δεύτερος λόγος είναι η ανάγκη να συμπεριφερθούμε με σωστούς και κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους. Όταν οι άλλοι παρατηρητές αποτυγχάνουν να αντιδράσουν, τα υπόλοιπα άτομα το λαμβάνουν συχνά ως σήμα ότι δεν απαιτείται άμεση δράση ή ότι αν επέμβουν δεν θα είναι αυτός ο κατάλληλος τρόπος αντίδρασης. Μια στιγμή κρίσης είναι συχνά χαοτική και η κατάσταση που επικρατεί δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Οι θεατές μπορεί να αναρωτιούνται τι ακριβώς συμβαίνει. Σε τέτοιες στιγμές, οι άνθρωποι συχνά κοιτούν τους άλλους στην ομάδα για να καθορίσουν τι είναι κατάλληλο. Όταν βλέπουν ότι κανείς άλλος δεν αντιδρά, αυτό σηματοδοτεί ότι ίσως δεν χρειάζεται καμία ενέργεια.

Ο τρίτος παράγοντας που διαιωνίζει το φαινόμενο της επίδρασης των παρευρισκομένων αφορά την έννοια της πλουραλιστικής άγνοιας, η οποία μεταφράζεται συχνά και ως απάθεια απέναντι σε ένα βίαιο περιστατικό. Ο θεατής εδώ δεν αντιδρά, καθώς πιστεύει ότι θα αντιδράσουν οι υπόλοιποι αν και εφόσον χρειαστεί, άρα η συμμετοχή του κρίνεται μάταια από τον ίδιο.

Ο τέταρτος και τελευταίος παράγοντας έχει να κάνει με την αίσθηση του φόβου και του πανικού που προκαλείται στον θεατή, με αποτέλεσμα να μουδιάζει και να αποφεύγει να εμπλακεί, καθώς διακυβεύεται πιθανώς η σωματική ακεραιότητα, τόσο του ίδιου όσο και των γύρω του. 

Πώς μπορεί να σπάσει ο φαύλος κύκλος του “Bystander Effect”?

Υπάρχουν κάποιοι συγκεκριμένοι παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν ώστε να ξεπεραστεί το φαινόμενο και οι πολίτες να αποτελέσουν “ενεργούς παρατηρητές”. Πέραν της προσωπικής ανάπτυξης του χαρακτήρα του κάθε ατόμου ώστε να γνωρίζει πότε είναι χρήσιμη η επέμβαση του, άλλα στοιχεία που μπορεί να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα είναι:

  • Να γίνει μάρτυρας μιας βοηθητικής συμπεριφοράς. Μερικές φορές το να βλέπουμε άλλους ανθρώπους να κάνουν κάτι καλό ή χρήσιμο μας κάνει πιο πρόθυμους να βοηθήσουμε τους άλλους.
  • Να είναι παρατηρητικός/ή. Ένας από τους βασικούς λόγους που οι άνθρωποι συχνά αποτυγχάνουν να λάβουν μέτρα όταν απαιτείται βοήθεια είναι ότι δεν παρατηρούν τι συμβαίνει γύρω τους μέχρι να είναι πολύ αργά. Οι αμφιλεγόμενες καταστάσεις μπορούν επίσης να δυσχεράνουν τον προσδιορισμό της ανάγκης για βοήθεια.
  • Να βλέπει τους άλλους ως άξιους βοήθειας. Οι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να βοηθήσουν τους άλλους εάν πιστεύουν ότι το άτομο το αξίζει πραγματικά. Το φύλο, η καταγωγή και η αμφίεση ενός θύματος είναι πολύ πιθανόν να επηρεάσουν τη απόφαση του παρατηρητή στο αν θα εμπλακεί ή όχι. Αυτό δεν πρέπει να αποτελεί παράγοντα που θα επηρεάζει την απόφαση του ωστόσο, καθώς όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως είναι άξιοι βοηθείας.
  • Να οικειοποιηθεί την έννοια της παρέμβασης (“Bystander Intervention”). Πρόκειται για μια μέθοδο πρόληψης του φαινομένου που αναγνωρίζει την κοινωνική δυναμική της βίας και τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται συχνά σε ορισμένα άτομα να ενεργούν με τρόπο που αντιμετωπίζει ή αποτρέπει μια τέτοια συμπεριφορά πριν συμβεί ή κατά την διάρκεια. Ο ρόλος ενός τρίτου λοιπόν κρίνεται πρωταγωνιστικός και καίριος για την αποφυγή ή την επίλυση τέτοιων περιστατικών.

Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω υπόψη, υπογραμμίζεται ο κομβικός ρόλος των παρευρισκόντων κατά τη διάρκεια ενός βίαιου συμβάντος και πώς η παρέμβαση τους μπορεί να αποτρέψει τόσο ένα ειδεχθές έγκλημα όσο και τις τραυματικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει για το θύμα μελλοντικά. Η αίσθηση της εμπιστοσύνης στους ανθρώπους, ακόμα και αν παραμένουν άγνωστοι σε εμάς, αποτελεί βασικό συστατικό για τη συντήρηση μιας ενδυναμωμένης ατομικής ψυχολογίας και για τη διατήρηση της ενότητας μέσα σε μια κοινωνία καθημερινά. Οποιαδήποτε μορφή άρνησης βοήθειας σε κρίσιμες καταστάσεις παραμένει βαθιά προβληματική και άκρως επικίνδυνη, καθώς ενθαρρύνει και δεν αποδοκιμάζει επ’ ουδενί τις πράξεις των θυτών.

Πηγές:

verywellmind.com

psychologytoday.com

The following two tabs change content below.

Τζίνα Λαγκαδινού

Ονομάζομαι Γεωργία Λαγκαδινού, είμαι Μεταπτυχιακή Απόφοιτη Εγκληματολογίας από το KU Leuven Πανεπιστήμιο του Βελγίου, με ειδίκευση στο σεξουαλικό έγκλημα και τις εκφάνσεις του στον κυβερνοχώρο. Με προπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και πιστοποίηση τετράμηνου σεμιναρίου στον κλάδο της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εθελόντρια (αρθρογράφος - υποστήριξη κοινού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στο Διεθνές Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας, με έδρα την Αθήνα (CSI Institute).

Related Posts