Κοινωνία

Squid Game | Ένα παιχνίδι επιβίωσης με τεράστια κοινωνική απήχηση

Η πρόσφατη επιτυχία της σειράς “Squid Game” στο Netflix είναι πλέον ευρέως γνωστή και έχει αποδοθεί σε πολλούς και διαφορετικούς μεταξύ τους παράγοντες. Ένας εξ αυτών είναι το γεγονός ότι η σειρά εμπλέκει έντονα αιφνιδιαστικά και βίαια δρώμενα, τα οποία ανεβάζουν αυτόματα το “shock-value” και συνεπώς την τηλεθέαση. Με τον όρο “shock value”, εννοείται η δυνατότητα μιας εικόνας, κειμένου, δράσης ή άλλης μορφής επικοινωνίας, να προκαλέσει μια αντίδραση έντονης αηδίας, σοκ, θυμού, φόβου ή παρόμοιων αρνητικών συναισθημάτων.

Πράγματι, στην εν λόγω σειρά, σε κάθε επεισόδιο προβάλλονται αλλεπάλληλα σκηνές που προκαλούν τα παραπάνω συναισθήματα στον θεατή, που υπογραμμίζουν την κοινωνική ανισότητα που επικρατεί στην Νότια Κορέα, και που σκοπό έχουν να ξεσκεπάσουν τις επιβλαβείς και σκοτεινές επιπτώσεις του καπιταλισμού στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Οι παίκτες που λαμβάνουν μέρος βρίσκονται στα όρια της ένδειας, είναι κυνηγημένοι από τοκογλύφους και αρχηγούς ομάδων οργανωμένου εγκλήματος, αδυνατούν να φέρουν εις πέρας τους ρόλους τους ως πατέρες, μητέρες, αδερφοί/αδερφές, γιοί/κόρες μέσα στις οικογένειες τους λόγω έλλειψης πόρων, με αποτέλεσμα να καταφύγουν στην συμμετοχή τους σε ένα παιχνίδι με υπέρογκες απολαβές για τον νικητή. Ακόμα και όταν συνειδητοποιούν ότι πρόκειται για ένα σκληρό παιχνίδι επιβίωσης με κόστος την ίδια τους τη ζωή σε περίπτωση ήττας, και ψηφίζουν να αποχωρήσουν από αυτό, εν τέλει επιστρέφουν στην αρένα οικειοθελώς μερικές ημέρες μετά. Και εδώ δημιουργείται ένα μεγάλο ερώτημα.

Γιατί;

Ο καπιταλισμός φέρει μέσα του έντονα στοιχεία του «κοινωνικού Δαρβινισμού». Δηλαδή την επικράτηση του «ισχυρότερου» μέσα σε μία κοινωνία. Η ισχύς στην εποχή μας αναλογεί στην κατοχή μεγάλου χρηματικού κεφαλαίου, και κατ’ επέκταση κοινωνικού status. Το όνειρο που ακολουθούν οι παίκτες είναι μια καλύτερη και άνετη ζωή, τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τις οικογένειες τους, έχοντας φαινομενικά εξαντλήσει όλες τις ευκαιρίες τους στον πραγματικό κόσμο, έχοντας εμπλακεί ακόμα και σε παράνομες δραστηριότητες. Ο λόγος λοιπόν που επιστρέφουν στο παιχνίδι με ρίσκο την ζωή τους είναι η συνειδητοποίηση του πόσο αναλώσιμοι είναι στον έξω κόσμο. Προτιμούν να αγωνιστούν επί ίσοις όροις με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες για το χρηματικό έπαθλο (φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να δολοφονήσουν συμπαίκτες τους), καθώς στον έξω κόσμο δεν τους προσφέρει κανένα κράτος και καμία κοινωνία την ευκαιρία στην ισότητα και την δικαιοσύνη που αποζητούν. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό, όταν ένας παίχτης παραδέχεται ότι προτιμά να βρίσκεται μέσα στο παιχνίδι παρά εκτός αυτού, καθιστώντας ξεκάθαρο ότι ένα παιχνίδι επιβίωσης με μία μικρή πιθανότητα να κερδίσει νοηματοδοτεί περισσότερο την ύπαρξη του σε σχέση με την ματαιότητα που του προσφέρει η κανονική του ζωή.

Ακόμα και ο ρόλος του γηραίοτερου παίχτη στο παιχνίδι, με τον αριθμό 1, αντικατοπτρίζει επίσης μια ρεαλιστική έκφανση της καθημερινότητας και πώς ανάμεσα στους «αδύναμους» και τους άπορους κρύβεται πάντα μία ή και περισσότερες ισχυρές φιγούρες, που υποκινούν τα νήματα προς όφελος τους, παραμένοντας μεταμφιεσμένες καθ’ όλη την διάρκεια του «παιχνιδιού». Με αυτόν τον τρόπο, η σειρά θίγει και τα θέματα του κοινωνικού ρατσισμού, της εξαπάτησης, της εκμετάλλευσης των ανθρώπων από τους φαινομενικά γνωστούς και «φίλους», και της γενικότερης εξευτέλισης της ανθρώπινης ζωής, η οποία γίνεται θυσία στον βωμό του κέρδους και του κεφαλαίου.

Πρόσφατα έγινε ένας ακόμα παραλληλισμός της σειράς με τον καπιταλισμό και τη «φτώχεια της γειτονιάς» (“hood poverty”). Ο μουσικός Meek Mill έκανε λόγο για το πόσο γρήγορα και εύκολα οι άνθρωποι σκοτώνουν ο ένας τον άλλο για να επιβιώσουν στα πλαίσια μιας κοινότητας, αναφερόμενος στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των γειτονιών (ghettos) με έγχρωμους κατοίκους στην Αμερική, και καταλήγοντας πως το σενάριο της σειράς είναι τελικά εφάμιλλο με την πραγματική ζωή.

Επομένως, πέραν του σοκαριστικού σεναρίου που πραγματεύεται η σειρά, φαίνεται πως έχει ιδιαίτερο αντίκτυπο λόγω της ταύτισης των θεατών με τους πρωταγωνιστές. Ιδιαίτερα σε κοινωνίες όπου η ανισότητα διαφαίνεται έντονα σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, το “Squid Game” φαίνεται να αποτελεί μια σκληρή απεικόνιση αυτής της πραγματικότητας, κάτι το οποίο είχε καταφέρει να κάνει και η ταινία «Παράσιτα», που σημείωσε εξίσου τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Η τέχνη φαίνεται να καρπώνεται ολοένα και περισσότερο τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει ο καπιταλισμός, απεικονίζοντας τα με τους πιο «ωμούς» ή και υπερρεαλιστικούς τρόπους, με την ελπίδα ότι αυτό ίσως πυροδοτήσει έντονη ταύτιση και επαγρύπνηση για κοινωνική αλλαγή στο κοινό.

Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι οι σειρές και οι ταινίες που γνωρίζουν τεράστια απήχηση λόγω του αμφιλεγόμενου κοινωνικού περιεχομένου τους ταυτόχρονα αποφέρουν υπέρογκα κέρδη σε εταιρίες κολοσσούς, όπως το Netflix. Η θεματολογία δηλαδή που αφορά την κοινωνική ανισότητα, τη φτώχεια και το παιχνίδι της επιβίωσης καταλήγει να τροφοδοτεί οικονομικά τα μεγαλύτερα «εργοστάσια» παραγωγής ψυχαγωγίας.  Και αυτό αποτελεί ένα ακόμα μεγάλο παράδοξο.

The following two tabs change content below.

Τζίνα Λαγκαδινού

Ονομάζομαι Γεωργία Λαγκαδινού, είμαι Μεταπτυχιακή Απόφοιτη Εγκληματολογίας από το KU Leuven Πανεπιστήμιο του Βελγίου, με ειδίκευση στο σεξουαλικό έγκλημα και τις εκφάνσεις του στον κυβερνοχώρο. Με προπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και πιστοποίηση τετράμηνου σεμιναρίου στον κλάδο της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εθελόντρια (αρθρογράφος - υποστήριξη κοινού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στο Διεθνές Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας, με έδρα την Αθήνα (CSI Institute).