Γράφει η Καβαλιώτη Δανάη, Κοινωνιολόγος, Εγκληματολόγος (MSc), Επικεφαλής Ερευνών και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων CSI Institute.
Η αθέατη πλευρά του διαδικτύου πίσω από τις οθόνες των ανηλίκων.
Για τη σημερινή γενιά παιδιών, το διαδίκτυο δεν αποτελεί μια τεχνολογική καινοτομία. Είναι η φυσική προέκταση της καθημερινότητας τους. Μέσα από παιχνίδια, εφαρμογές, πλατφόρμες επικοινωνίας και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ανήλικοι κοινωνικοποιούνται, ψυχαγωγούνται και διαμορφώνουν την ταυτότητα τους σε έναν ψηφιακό κόσμο που συχνά μοιάζει πιο οικείος από τον φυσικό.
Ωστόσο, πίσω από την αίσθηση της οικειότητας κρύβεται μια λιγότερο φωτεινή πραγματικότητα. Το διαδίκτυο έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε ένα πεδίο όπου η παιδική και εφηβική ηλικία συναντά νέες μορφές εγκληματικότητας, συχνά πιο ύπουλες και δυσδιάκριτες από εκείνες που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Από Εγκληματολογική σκοπιά, οι ανήλικοι αποτελούν μια ιδιαίτερα ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Η περιορισμένη εμπειρία, η ανάγκη αποδοχής και η φυσιολογική περιέργεια της ηλικίας, δημιουργούν τις συνθήκες εκείνες που μπορούν να αξιοποιήσουν επιτήδειοι χρήστες ή οργανωμένα δίκτυα διαδικτυακής εκμετάλλευσης.
Το grooming, δηλαδή η σταδιακή ανάπτυξη σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ενός ενήλικα και ενός ανηλίκου με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, αποτελεί μία από τις πιο ανησυχητικές εκφάνσεις του φαινομένου. Οι δράστες δεν εμφανίζονται ως απειλητικές φιγούρες. Αντιθέτως, συχνά υιοθετούν έναν φιλικό, προστατευτικό ή ακόμη και συνομήλικο ρόλο, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την αναγνώριση του κινδύνου από το παιδί.
Παράλληλα, η εξάπλωση των διαδικτυακών παιχνιδιών και των εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, έχει δημιουργήσει νέους χώρους προσέγγισης ανηλίκων. Πλατφόρμες όπως το Discord, το Roblox ή άλλα δημοφιλή ψηφιακά περιβάλλοντα, δεν είναι από μόνα τους επικίνδυνα. Αποτελούν, όμως χώρους στους οποίους συνυπάρχουν εκατομμύρια χρήστες διαφορετικών ηλικιών, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες κακόβουλων προσεγγίσεων.
Από Κοινωνιολογική σκοπιά, το ζήτημα είναι ακόμα βαθύτερο. Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Η έκθεση προσωπικών πληροφοριών, φωτογραφιών και στιγμών της καθημερινότητας έχει σε μεγάλο βαθμό κανονικοποιηθεί. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η έννοια της ψηφιακής ιδιωτικότητας συχνά υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για συμμετοχή και κοινωνική αποδοχή. Και κάπου εδώ αναδύεται ένας νέος κοινωνικός κίνδυνος. Όχι μόνο η εγκληματική πράξη καθαυτή, αλλά η αδυναμία αναγνώρισής της.
Πολλές μορφές ψηφιακής θυματοποίησης, το ανησυχητικό είναι, ότι δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές ούτε από τα ίδια τα παιδιά αλλά ούτε από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Ο διαδικτυακός εκβιασμός, η αποστολή προσωπικού υλικού,η παραπλάνηση ή η χειραγώγηση μπορεί να εξελίσσονται για εβδομάδες ή και μήνες χωρίς κανένα εμφανές σημάδι.
Για το λόγο αυτό στην πραγματικότητα, η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην τεχνολογία ή στην αστυνόμευση. Απαιτείται ψηφιακή παιδεία, ουσιαστική ενημέρωση και κυρίως η καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης ανάμεσα σε παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικούς.
Τα διαθέσιμα ερευνητικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι το φαινόμενο δεν αποτελεί μεμονωμένη ανησυχία, αλλά μια διεθνή κοινωνική πρόκληση. Σύμφωνα με πρόσφατες ευρωπαϊκές μελέτες, σχεδόν ένα στα πέντε παιδιά στη Δυτική Ευρώπη έχει δεχθεί κάποιας μορφής διαδικτυακή προσέγγιση ή grooming, ενώ οι περιπτώσεις ψηφιακής σεξουαλικής εκμετάλλευσης παρουσιάζουν αυξητική τάση, ιδιαίτερα μετά την ευρεία διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης και των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης. Στην Ιρλανδία, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι ένα στα οκτώ παιδιά έχει βιώσει διαδικτυακό grooming, με τις πλατφόρμες gaming να αποτελούν έναν από τους βασικότερους χώρους προσέγγισης ανηλίκων από επιτήδειους χρήστες.
Στην Ελλάδα, η εικόνα προκαλεί εξίσου προβληματισμό. Πανελλαδικές έρευνες του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου σε δεκάδες χιλιάδες μαθητές ηλικίας 10-18 ετών καταγράφουν αυξημένη έκθεση σε διαδικτυακούς κινδύνους, επαφή με αγνώστους, αλλά και περιστατικά διαδικτυακού εκφοβισμού. Παράλληλα, νεότερη έρευνα του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου έδειξε ότι το 18% των εφήβων έχει συμφωνήσει να συναντήσει άτομο που γνώρισε αρχικά στο διαδίκτυο, ενώ το 13% αποδέχεται αιτήματα φιλίας από αγνώστους. Τα ευρήματα αυτά δεν καταδεικνύουν μόνο την έκταση του προβλήματος, αλλά και την ανάγκη ενίσχυσης της ψηφιακής παιδείας τόσο των παιδιών όσο και των ενηλίκων που καλούνται να τα προστατεύσουν.
Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να κρατήσουμε τα παιδιά μακριά από το διαδίκτυο, αλλά να τα βοηθήσουμε να κινούνται μέσα σε αυτό με ασφάλεια, κριτική σκέψη και επίγνωση των κινδύνων.
Ο ψηφιακός κόσμος δεν πρόκειται να μικρύνει, αντιθέτως θα συνεχίσει να επεκτείνεται. Και όσο μεγαλώνει, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη να προστατεύσουμε τους πιο ευάλωτους κατοίκους του.
Πηγές
https://www.unicef.org/protection/keeping-children-safe-online?
https://www.europol.europa.eu/crime-areas/child-sexual-exploitation
Πήγες:
- Cialdini, R. (2009). Influence: Science and Practice.
- Hadnagy, C. (2018). Social Engineering: The Science of Human Hacking.
- Vishwanath, A. (2015). Habitual Facebook Use and Its Impact on Getting Deceived on Social Media.
- Mitnick, K. (2002). The Art of Deception: Controlling the Human Element of Security.