Γράφει η Καβαλιώτη Δανάη, Κοινωνιολόγος, Εγκληματολόγος (MSc), Επικεφαλής Ερευνών και Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων CSI Institute.
Οι αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα που καταλήγουν στα χέρια εγκληματικών δικτύων.
Η ραγδαία ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας έχει μεταβάλει ριζικά τόσο την καθημερινή επικοινωνία όσο και τις μορφές εγκληματικότητας. Ανάμεσα στα σοβαρότερα φαινόμενα που απασχολούν σήμερα τη διεθνή εγκληματολογική κοινότητα βρίσκεται η διαδικτυακή σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων. Σύμφωνα με τη Europol, την INTERPOL και το National Center for Missing & Exploited Children (NCMEC), τα δίκτυα διακίνησης υλικού σεξουαλικής κακοποίησης αλλά και φωτογραφίες που έχουν αναρτηθεί δημόσια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το dark web αποτελεί ένα μικρό τμήμα του διαδικτύου, προσβάσιμο μόνο μέσω ειδικού λογισμικού, το οποίο προσφέρει υψηλό βαθμό ανωνυμίας στους χρήστες του. Αν και η ανωνυμία αυτή εξυπηρετεί και νόμιμες χρήσεις, όπως την προστασία δημοσιογράφων ή ακτιβιστών, αξιοποιείται παράλληλα από εγκληματικά δίκτυα για την διακίνηση παράνομου υλικού. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι το dark web δεν αποτελεί την κύρια πηγή παραγωγής του υλικού αυτού, αλλά κυρίως χώρο ανταλλαγής, αποθήκευσης και εμπορευματοποίησής του.
Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο είναι η συστηματική συλλογή φωτογραφιών ανηλίκων από πλατφόρμες όπως το Facebook και το Instagram. Οι εικόνες αυτές δεν είναι απαραίτητα άσεμνες ή προϊόν κακοποίησης. Πρόκειται συχνά για καθημερινές φωτογραφίες που δημοσιεύουν οι ίδιοι οι γονείς ή το οικογενειακό περιβάλλον: στιγμές από διακοπές, αθλητικές δραστηριότητες, σχολικές εκδηλώσεις ή παιχνίδι. Μέσω αυτοματοποιημένων τεχνικών συλλογής δεδομένων (scraping), οι φωτογραφίες αποθηκεύονται, ταξινομούνται και σε ορισμένες περιπτώσεις υφίστανται ψηφιακή επεξεργασία χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία συνθετικού παράνομου περιεχομένου με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης.
Από Κοινωνιολογική σκοπιά, το φαινόμενο αυτό συνδέεται άμεσα με την έννοια του sharenting, την συστηματική δηλαδή δημοσιοποίηση των φωτογραφιών παιδιών από τους ίδιους τους γονείς. Στη σύγχρονη ψηφιακή κοινωνία, η οικογενειακή ζωή μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε δημόσιο περιεχόμενο, ενώ τα προσωπικά δεδομένα αποκτούν διαρκή ψηφιακή παρουσία. Όπως υποστηρίζει ο Zygmunt Bauman, τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου γίνονται ολοένα πιο ρευστά, με αποτέλεσμα ακόμη και προσωπικές στιγμές να παραμένουν διαθέσιμες για απεριόριστη αναπαραγωγή.
Από Εγκληματολογική άποψη, οι φωτογραφίες αυτές μετατρέπονται σε “στόχους” εγκληματικής εκμετάλλευσης. Η Θεωρία της Ρουτίνας Δραστηριοτήτων (Routine Activity Theory) των Lawrence Cohen και Marcus Felson εξηγεί ότι η εγκληματική πράξη διευκολύνεται όταν ένας κατάλληλος στόχος είναι εύκολα προσβάσιμος και απουσιάζει η αποτελεσματική προστασία. Η δημόσια ή ανεπαρκώς προστατευμένη ανάρτηση φωτογραφιών αυξάνει σημαντικά αυτή την προσβασιμότητα, χωρίς φυσικά να μεταφέρει την ευθύνη από τους δράστες στους γονείς.
Παράλληλα, αναδεικνύεται μια νέα μορφή δευτερογενούς θυματοποίησης. Το παιδί μπορεί να μην έχει υποστεί άμεση κακοποίηση ούτε να γνωρίζει ότι η εικόνα του έχει αντιγραφεί και διακινείται σε παράνομα δίκτυα. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα του χρησιμοποιείται χωρίς συναίνεση και αποκτά εγκληματική χρήση, γεγονός που συνιστά σοβαρή παραβίαση της προσωπικότητας και της ιδιωτικότητάς του.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης για τη δημιουργία ψευδορεαλιστικών εικόνων (deepfakes), οι οποίες βασίζονται σε πραγματικές φωτογραφίες ανηλίκων που έχουν αντληθεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η εξέλιξη αυτή καθιστά δυσκολότερο τον εντοπισμό του παράνομου υλικού και δημιουργεί νέες προκλήσεις για τις διωκτικές αρχές και τη διεθνή συνεργασία.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί μια πολυδιάστατη προσέγγιση. Η ενημέρωση των γονέων για τους κινδύνους της υπερέκθεσης των παιδιών στο διαδίκτυο, η ενίσχυση των ρυθμίσεων ιδιωτικότητας, η υπεύθυνη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η αποτελεσματικότερη συνεργασία μεταξύ ψηφιακών πλατφορμών και διωκτικών αρχών αποτελούν βασικούς άξονες πρόληψης. Η προστασία των ανηλίκων στον ψηφιακό χώρο δεν είναι αποκλειστικά τεχνολογικό ή νομικό ζήτημα, αλλά αποτελεί πρωτίστως κοινωνική ευθύνη, που απαιτεί συντονισμένη δράση της οικογένειας, της εκπαίδευσης, της πολιτείας και των ίδιων των ψηφιακών πλατφορμών.
Η καλύτερη προστασία ενός παιδιού στο διαδίκτυο ξεκινά από όσα επιλέγουμε να μη δημοσιεύσουμε.
Πηγές
https://ncmec.org/gethelpnow/cybertipline/cybertiplinedata
https://www.weprotect.org/global-threat-assessment-25
https://www.unicef.org/documents/child-safety-online
https://www.iwf.org.uk/about-us/who-we-are/annual-report-archive