Κοινωνία, Οικογένεια, Σχολικός εκφοβισμός

Ο “εθισμός” των ανηλίκων σε βίαιες συμπεριφορές | Τι συμβαίνει στα σχολεία;

Τους τελευταίους μήνες έρχονται στην επιφάνεια ολοένα και περισσότερα περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς που λαμβάνουν χώρα σε σχολικά πλαίσια. Τα περιστατικά αυτά φαίνεται να ταράσσουν την κοινή γνώμη, λόγω του βαθμού βιαιότητας που εμπεριέχουν, καθώς διαπράττονται από ανήλικα άτομα εναντίον συνομήλικων τους, ή ακόμα και εναντίον ενηλίκων δασκάλων/φροντιστών.

Έχουν σημειωθεί επιθέσεις με μαχαίρια (και αντίστοιχα επικίνδυνα αντικείμενα) και έχουν αναφερθεί περιστατικά έντονων λεκτικών και σωματικών διαπληκτισμών, τα οποία έχουν λάβει τεράστια έκταση, με το Υπουργείο Παιδείας να θέτει σε ισχύ νέα εκπαιδευτικά προγράμματα και μία πλατφόρμα καταγραφής των περιστατικών, τα οποία στοχεύουν στην πρόληψη του φαινομένου.

Οι περιπτώσεις που παρατηρούνται διαπερνούν το στάδιο του λεκτικού bullying, έχοντας ως αποτέλεσμα βαριές σωματικές βλάβες που έχουν οδηγήσει ανήλικα θύματα μέχρι και στο νοσοκομείο. Τρανταχτά παραδείγματα αποτελούν το περιστατικό ανήλικης που έσβησε το τσιγάρο της στο μάτι συμμαθήτριας της, καθώς και η ομάδα κοριτσιών που χτύπησαν και κούρεψαν βίαια συνομήλική τους. Τέτοιες συμπεριφορές σοκάρουν τόσο τους εκπαιδευτικούς όσο και τους γονείς, που αναζητούν να βρουν άμεσα τα αίτια της πυροδότησης του φαινομένου. 

Τα αίτια αυτά είναι ποικίλα και πολυδιάστατα. Ο λόγος που το φαινόμενο βρίσκεται σε έξαρση στους σχολικούς χώρους φαίνεται να είναι οι πολλές ώρες που περνούν τα παιδιά στο εν λόγω περιβάλλον, καθώς και η δυσκολία αντιμετώπισης τους από την διεύθυνση του σχολείου. Παρατηρείται ότι υπάρχει έλλειψη ενημέρωσης και εκπαίδευσης των δασκάλων/καθηγητών στο θέμα του σχολικού εκφοβισμού, της αναγνώρισης των εκφάνσεων του και τις μεθόδους πρόληψης του φαινομένου. Επιπροσθέτως, έχει σχολιαστεί και η έλλειψη προσωπικού δυναμικού στα σχολεία, που θα μπορούσε να αποτρέψει ενδεχομένως πιο αποτελεσματικά, μέσω της επιτήρησης, ανάλογα περιστατικά. Η απουσία της γονικής παρουσίας μπορεί επίσης να λειτουργήσει ενθαρρυντικά, καθώς τα παιδιά βιώνουν μια ελευθερία κινήσεων, χωρίς το άγρυπνο βλέμμα των γονιών τους πάνω τους. Τέλος, η πανδημία του Covid-19 ενδεχομένως να έχει αυξήσει την επιθετικότητα των παιδιών λόγω αυξημένης αβεβαιότητας, επηρεάζοντας τα ψυχολογικά εξίσου με τους ενήλικες. 

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει. Γιατί τα παιδιά εθίζονται στην βία;

Ορισμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν την θεωρία του peer pressure”, δηλαδή της πίεσης των συνομήλικων, μέσω της οποίας αναπτύσσονται παραβατικές συμπεριφορές που σκοπό έχουν την ένταξη του παιδιού/εφήβου σε μία ομάδα, όπου θα νιώθει αρεστό και αποδεκτό. Για να είναι επιτυχής η ένταξη του συνήθως απαιτείται η συμμετοχή του σε περιστατικά bullying, ενώ μπορεί και το ίδιο στην αρχή να υπάρξει θύμα της συγκεκριμένης ή ανάλογης ομάδας. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα παιδιά από θύματα σχολικού εκφοβισμού μετατρέπονται σε θύτες, στην επιθυμία τους να μετατοπίσουν το τραύμα τους πάνω σε άλλα άτομα. Ανάλογες συμπεριφορές σημειώνονται και στις συμμορίες παιδιών και εφήβων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Ωστόσο, από την εξίσωση δεν μπορεί να λείπει και το γονικό πρότυπο, το οποίο λειτουργεί καταλυτικά στη ανάπτυξη της προσωπικότητας ενός παιδιού. Εάν το παιδί έχει βιώσει το ίδιο επιθετικές και βίαιες συμπεριφορές στο σπίτι, είτε εναντίον του είτε εναντίον αγαπημένων του προσώπων, τότε οι πιθανότητες να αναπτύξει ανάλογες αντιδράσεις στο σχολικό περιβάλλον είναι αυξημένες. Η εντύπωση τέτοιων εικόνων κατά την διάρκεια μιας τρυφερής ηλικίας νομιμοποιεί την βία ως μια αποδεκτή απάντηση σε κάθε διαπροσωπική σχέση και επικοινωνία. Επιπλέον, αν το παιδί έχει γαλουχηθεί μέσα σε ένα οικογενειακό πλαίσιο που κατακρίνει την διαφορετικότητα του περίγυρου του, είναι πολύ πιθανό να γίνει επιθετικό και ευερέθιστο απέναντι σε άτομα που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες, όπως η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, τα παιδιά μεταναστών, τα παιδιά με αναπηρίες, κτλ. 

Τέλος, η επιρροή των κοινωνικών μέσων δικτύωσης αποτελεί κομβικής σημασίας παράγοντα στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων αλλά και του συμπεριφορικού πλαισίου των παιδιών, καθώς η πλοήγηση τους μέσα σε αυτά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας τους. Οι προκλήσεις στο Tik Tok (Tik Tok challenges) παραμένουν ένα δυσάρεστο παράδειγμα αναφορικά με το πώς τα παιδιά ενθαρρύνονται μεταξύ τους ώστε να προβαίνουν σε παραβατικές συμπεριφορές στο σχολικό χώρο. Η συμμετοχή σε διαδικτυακά και μη παιχνίδια μπορεί επίσης να αυξήσει τις λεκτικές επιθέσεις καθώς και τις σωματικές απειλές εναντίον των άλλων χρηστών, λόγω του βίαιου χαρακτήρα τους. Αυτές οι αντιδράσεις κατ’ επέκταση λαμβάνουν χώρα και καλλιεργούνται και στην πραγματική ζωή. Επιπλέον, τα περιστατικά hate speech/trolling, καθώς και η μη συναινετική διακίνηση φωτογραφιών/βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου μεταξύ εφήβων ηλεκτρονικά φαίνεται ακόμα να επικροτούνται αντί να καταδικάζονται, με αποτέλεσμα την ολοένα αύξηση των περιστατικών, την διαρκή απομόνωση των θυμάτων και την κατ’ επέκταση άρνηση ευθυνών των θυτών. 

Λαμβάνοντας όλα τα παραπάνω υπόψη, γίνεται ξεκάθαρο ότι η απάντηση στο φαινόμενο πρόκειται να απασχολήσει ποικίλους φορείς, από το Υπουργείο Παιδείας έως και μη κυβερνητικά σωματεία. Εκτός μιας επαρκούς εκπαίδευσης και της μηδενικής ανοχής τέτοιων συμπεριφορών από τους δασκάλους/καθηγητές που κρίνεται απαραίτητη, καθώς και του εμπλουτισμού του εργατικού δυναμικού στα σχολεία, το σχολικό πρόγραμμα οφείλει να περιλαμβάνει τόσο μαθήματα, όσο και ημερίδες και σεμινάρια που θα αφορούν αποκλειστικά το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού και της βίας. Πρόκειται για μια διαδικασία μείζονος σημασίας, που έχει την ίδια βαρύτητα, αν όχι παραπάνω, με την διδασκαλία των τυπικών μαθημάτων που απαρτίζουν ένα σχολικό πρόγραμμα. 

Από την άλλη πλευρά, απαιτείται η απόλυτη συνέργεια γονέων-παιδιών, ώστε να υπάρξει μια συντονισμένη αντιμετώπιση του φαινομένου. Οι γονείς οφείλουν να ενημερώνονται πλήρως σχετικά με το πώς μπορούν να αποτρέψουν τέτοιες συμπεριφορές, να μην τις αγνοούν, καθώς και να συνεργάζονται με τους αρμόδιους σε περίπτωση που κληθούν να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο περιστατικό με το παιδί τους. Οι συνεχείς συζητήσεις γύρω από το θέμα μαζί με το παιδί θα ενδυναμώσουν την σχέση τους, προσφέροντας του ένα περιβάλλον ασφάλειας, ακόμα και αν αποτελεί τον θύτη σε κάποιο ανάλογο συμβάν. 

Η σκληρή τιμωρία δεν αποτελεί πανάκεια για τους ανήλικους δράστες, αντιθέτως μπορεί να φέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα και περισσότερες βίαιες εξάρσεις. Η σωστή προσέγγιση του παιδιού, τόσο από τους γονείς όσο και από τους εκπαιδευτικούς, ενδυναμώνει μια πιο ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του φαινομένου, σε συνδυασμό με την συνεισφορά της Πολιτείας σε δομές αλλά και σε εκπαιδευτικό υλικό. Αμφότεροι θα πρέπει να αναγνωρίζουν ότι η σιωπή και η αδιαφορία απέναντι στα περιστατικά βίας είναι οι παράγοντες που εν τέλει την ενθαρρύνουν. 

The following two tabs change content below.

Τζίνα Λαγκαδινού

Ονομάζομαι Γεωργία Λαγκαδινού, είμαι Μεταπτυχιακή Απόφοιτη Εγκληματολογίας από το KU Leuven Πανεπιστήμιο του Βελγίου, με ειδίκευση στο σεξουαλικό έγκλημα και τις εκφάνσεις του στον κυβερνοχώρο. Με προπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και πιστοποίηση τετράμηνου σεμιναρίου στον κλάδο της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εθελόντρια (αρθρογράφος - υποστήριξη κοινού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στο Διεθνές Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας, με έδρα την Αθήνα (CSI Institute).