Γράφει η Μαρία Μουζάκη, Κοινωνιολόγος, MSc, Υποψήφια διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις σημαντικές αλλαγές που έχουν επέλθει στη ζωή μας, εδώ και σχεδόν ένα χρόνο. Προφανώς και δεν αναφερόμαστε στους νέους ιατρικούς όρους που μάθαμε, που για πολλούς ήταν η ευκαιρία τους να «ξεσκονίσουν» τις γνώσεις τους στη βιολογία, ούτε για τις πολύωρες συζητήσεις φιλοσοφικού περιεχομένου, όπου καθένας μπορούσε να διατυπώσει τις θέσεις του για τον κορωνοϊό, αλλά και για τη μετα-κορωνοϊό εποχή. Μιλάμε για αυτές τις αλλαγές που άλλαξαν ριζικά την κοινωνική και προσωπική μας ζωή, αναδιαμορφώνοντας ακόμα και την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα. Όλοι άλλωστε έχουμε αναρωτηθεί, πώς θα είναι η κοινωνία στη μετα-κορωνοϊό εποχή και κυρίως πώς θα καλυφθεί αυτό το κενό που άφησε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις και γενικότερα στην κοινωνικοποίησή μας. Ένα κενό που έχει δημιουργήσει ένα νέο σύνολο αναγκών, όπως ένα φιλί, μία αγκαλιά ή έστω ένα καφέ με οικεία, αγαπημένα άτομα, που αν και επί δεκαετίες έμοιαζαν με μία απλή καθημερινή συνήθεια, τώρα αναπροσαρμόζονται, αποκτώντας ένα νέο κοινωνικό νόημα που οτιδήποτε «απέχει» από την «κοινωνική μας φούσκα» στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας από τον κορωνοϊό, μοιάζει «κατακριτέο» και «απαγορευμένο».

   Ένας από τους θεσμούς του επίσημου κράτους που έχουν πληγεί αισθητά, είναι εκείνος της εκπαίδευσης. Η εικόνα χαρούμενων παιδιών να εισέρχονται εντός του σχολικού χώρου, πιασμένα χέρι-χέρι ή σε παρέες άνω των δύο ατόμων, αντικαταστάθηκε από παιδιά με μάσκες, που μόνο τα μάτια τους «καθρέπτιζαν» την ανάγκη τους να παίξουν, να συναναστραφούν με άλλα παιδιά, να συναντήσουν τους φίλους τους, αλλά και να μορφωθούν. Η εικόνα αυτή περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τα πρωτάκια του φετινού σχολικού έτους, αλλά και του προηγούμενου έτους (2019-2020), τα οποία δεν θα έχουν την ευκαιρία να ξανά εισέλθουν για πρώτη φορά στο μεγάλο σχολείο, όπως χαρακτηριστικά λένε. Παιδιά τα οποία κλήθηκαν να γνωρίσουν το σχολικό περιβάλλον μόνο για κάτι μήνες και έπειτα, δίχως να έχουν καν εξοικειωθεί με την εκπαιδευτική διαδικασία, εντάχθηκαν σε ένα ψηφιακό περιβάλλον, σε μία ψηφιακή τάξη, όπου τα μαθήματα διεξάγονται από το σπίτι, στον προσωπικό τους χώρο. Εκεί δηλαδή, που είναι ελεύθεροι να παίξουν, με τους γονείς να επιτελούν το γονεϊκό τους ρόλο και όχι εκείνο του εκπαιδευτικού.

   Σε αυτό το σημείο και οδεύοντας προς την τελική ευθεία των Πανελληνίων, θα ήταν άτοπο να μην αναφερθούμε, κυρίως στη φετινή τρίτη λυκείου, όπου αυτά τα παιδιά και όντας στην εφηβεία αποφασίζουν για το επαγγελματικό τους μέλλον, σχεδόν, με τρεις μήνες σχολείο! Όχι ότι η περσινή σχολική χρονιά ήταν καλύτερη, αλλά ας αρκεστούμε ότι τα εκπαιδευτικά ιδρύματα ήταν ανοικτά μέχρι και τον Μάρτιο. Φέτος, αυτό που αλλάζει είναι ότι είμαστε σε ένα παρατεταμένο εγκλεισμό, όπου τα παιδιά μοιάζουν «εγκλωβισμένα» εντός του χώρου της οικίας. Φέτος, η ύλη των Πανελληνίων διδάχτηκε ως επί το πλείστον εντός της ψηφιακής τάξης, είτε αφορά το χώρο της τυπικής (σχολείο), είτε της άτυπης εκπαίδευσης (φροντιστήριο) με τα παιδιά να εξαναγκάζονται να περάσουν πολλές ώρες μπροστά από μία οθόνη υπολογιστή. Εμείς όμως δεν προτρέπαμε μέχρι πρότινος να παιδιά να βγαίνουν έξω και να μην «συγχέουν» τη ψηφιακή με την κοινωνική πραγματικότητα; Τα ερωτήματα είναι πολυάριθμα που εγείρονται αυτό το διάστημα, με βασικό: «Κατά πόσο ο θεσμός των Πανελληνίων, μπορεί να θεωρηθεί αξιοκρατικός, όταν η ύλη έχει διδαχθεί διαδικτυακά και όταν πολλά παιδιά παρουσίαζαν προβλήματα στη σύνδεση του διαδικτύου, αλλά και στην πρόσβαση σε αυτό». Πριν κάποιος βιαστεί να απαντήσει για τη διάχυτη χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών στη ζωή μας, ας αναλογιστεί και την περίπτωση των πολυμελών οικογενειών και ιδίως εκείνες, όπου ο μπαμπάς ή η μαμά εργάζεται από το σπίτι.

Τηλεκπαίδευση και Κοινωνικές Ανισότητες

   Οι εξελίξεις στην κοινωνία της γνώσης, σε συνδυασμό με τη διάχυτη χρήση του διαδικτύου επέτρεψαν την ανάδυση ενός νέου ευέλικτου εκπαιδευτικού περιβάλλοντος, όπου οι εκπαιδευόμενοι επιλέγουν τον τρόπο, το χρόνο, τον τόπο και την ποιότητα της γνώσης που επιθυμούν να λάβουν. Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση γνωστή και ως τηλεκπαίδευση έχει εξελιχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια και μέχρι πρότινος, αφορούσε έναν αριθμό ενήλικων εκπαιδευομένων, ανταποκρινόμενη στους γρήγορους και αγχωτικούς ρυθμούς της καθημερινότητας. Ανάλογα δε με τον τρόπο επικοινωνίας, υπάρχουν δύο είδη τηλεκπαίδευσης: (α) η ασύγχρονη τηλεκπαίδευση, όπου ο εκπαιδευόμενος προγραμματίζει ο ίδιος τους ρυθμούς μάθησης, δίχως να υπάρχει άμεση επικοινωνία με τους εκπαιδευτές και (β) η σύγχρονη τηλεκπαίδευση, η οποία μοιάζει αρκετά με τη συμβατική διδασκαλία, εξαιτίας ακριβώς της αμφίδρομης επικοινωνίας που πραγματοποιείται μεταξύ του εκπαιδευτή και του εκπαιδευόμενου σε «πραγματικό χρόνο».

   Οι δυνατότητες που παρέχει η τηλεκπαίδευση είναι πολυάριθμες και πολυδιάστατες. Δεν περιορίζεται σε ένα καθορισμένο χρονικό και χωρικό πλαίσιο. Αντίθετα, τα αγαθά της μπορούν να τα «απολαύσουν» πλήθος συμμετεχόντων, από οπουδήποτε επιθυμούν, έχοντας πρόσβαση σε ένα πλούσιο υλικό, το οποίο τις περισσότερες φορές είναι «προσαρμοσμένο» στις ανάγκες των μαθητών, αν όχι στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Αυτή η ευελιξία που προσφέρει, είναι που την καθιστά ιδιαίτερα θελκτική σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι τα άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι και εργαζόμενες γυναίκες. Παρά τα πλεονεκτήματα που προσφέρει ιδίως σε ενήλικες και σε απομακρυσμένες γεωγραφικές περιοχές, θα πρέπει να διερευνηθεί αν είναι κατάλληλη για μικρότερες ηλικίες και ειδικότερα αν μπορεί να θεωρηθεί εφάμιλλη της δια ζώσης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

   Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ξεκάθαρη. Ο φυσικός χώρος του παιδιού είναι ο σχολικός και όχι ο ψηφιακός. Είναι το σχολείο εκείνο που προάγει τη φυσιολογική συναισθηματική και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Η σπουδαιότητά του άλλωστε, μαρτυρείται στο ότι αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, το οποίο προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα, όσο και από άλλες Διεθνείς Συμβάσεις. Εστιάζοντας τώρα στην περίπτωση της τηλεκπαίδευσης παιδιών που ανήκουν στην προσχολική και σχολική ηλικία, τα οποία δεν έχουν εξοικειωθεί καν στη μαθησιακή διαδικασία, είναι αναμενόμενο ότι το ψηφιακό περιβάλλον δεν μπορεί να καλύψει τις γνωστικές και συναισθηματικές τους ανάγκες. Όσο ικανός και αν είναι ο εκπαιδευτικός, θα υπάρχουν πάντοτε προβλήματα που θα δυσχεραίνουν τη γνωστική διαδικασία, είτε οφείλονται σε τεχνητούς λόγους, είτε σε αδυναμία παρακολούθησης του ίδιου του παιδιού.

   Αν προσθέσουμε τώρα και τους εφήβους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Τα παιδιά αυτά βιώνουν σημαντικές συναισθηματικές αλλαγές, οι οποίες εντείνονται, εξαιτίας του εγκλεισμού. Νιώθουν «εγκλωβισμένα» συχνά στο σπίτι τους, ενώ πλέον μπορούν να δουν τους καθηγητές και τους φίλους τους μόνο μέσα από μία οθόνη. Πώς όμως, υπό αυτές τις συνθήκες, τα παιδιά, ιδίως αυτά που προετοιμάζονται για το θεσμό των Πανελληνίων μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτή την πίεση και κυρίως πώς υπό αυτές τις συνθήκες διασφαλίζεται η ισότιμη συμμετοχή των μαθητών στις εξετάσεις;

   Πριν βιαστεί κάποιος να απαντήσει για το ρόλο του σχολείου στις Πανελλήνιες, θα πρέπει αρχικά να σκεφτεί ότι είναι ο τυπικός θεσμός εκπαίδευσης, ενώ οι όποιες δυσλειτουργίες του δεν μπορούν να εξετάζονται μεμονωμένα από το σύγχρονο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Προφανώς και δίνεται βαρύτητα στους άτυπους μηχανισμούς εκπαίδευσης (φροντιστήρια, ιδιαίτερα), αλλά ο βασικός χώρος διεκπεραίωσης της ύλης και της «προετοιμασίας» του μαθητή είναι το σχολείο. Συνεπώς, όταν η πλειοψηφία αυτών των μαθητών έχει παρακολουθήσει δια ζώσης μαθήματα, μόνο για τρεις μήνες, πώς μπορεί να ανταπεξέλθει και κυρίως πώς μπορεί να αποφασίσει για το επαγγελματικό του μέλλον, την ίδια ώρα που βλέπει την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που υπάρχει μέσα στην οικογένειά του;

   Ο θεσμός της τηλεκπαίδευσης, όσον αφορά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, θα πρέπει να θεωρείται ένα προσωρινό μέτρο, ώστε οι μαθητές να μην αποκόβονται από τη μαθησιακή διαδικασία. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν πρέπει να ισούται με τη δια ζώσης εκπαίδευσης, κυρίως από τη στιγμή που χιλιάδες μαθητές αντιμετώπιζαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα στη συνδεσιμότητά τους. Επιπλέον, δεν μπορώ να διανοηθώ σε προσωπικό επίπεδο, πώς θεωρείται αυτονόητο ότι η κάθε ελληνική οικογένεια θα πρέπει να έχει αρκετές ψηφιακές συσκευές, προκειμένου να διασφαλίζει τη σύνδεση των παιδιών στο ψηφιακό σχολικό περιβάλλον και ενδεχομένως των ίδιων των γονιών! Στην πραγματικότητα, ο θεσμός της τηλεκπαίδευσης μοιάζει να είναι ένας ακόμη μηχανισμός που αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες, το οποίο επισημαίνεται από διάφορες σχολικές μονάδες, στις οποίες φοιτούν μαθητές που ανήκουν σε ευάλωτες, ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται κατανοητό ότι οι παρούσες εκπαιδευτικές συνθήκες θα αποτελέσουν για τις μελλοντικές γενιές, μία πρόκληση, όχι για το πώς ανταποκριθήκαμε σε αυτές τις έκτακτες υγειονομικές συνθήκες, αλλά για την ποιότητα της εκπαίδευσης και το ρόλο του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, με ότι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία.