Η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη

Από την Χρύσα Τσαμούρη, 

Ένα ραγδαία «αναπτυσσόμενο» ζήτημα, το οποίο λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα ανησυχητικό, είναι αυτό του εκφοβισμού (bullying). Έχοντας εξελιχθεί σε ένα μείζον πρόβλημα της σύγχρονης εποχής, τα πολυεπίπεδα χαρακτηριστικά που εμφανίζει (σωματικός, λεκτικός, διαδικτυακός) και οι τομείς της καθημερινής ζωής στους οποίους εντοπίζεται, έχουν «αναγκάσει» την επιστημονική κοινότητα να κατανείμει τους ρόλους του θύτη και του θύματος. Σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζουν όλα τα ενεργά μέλη μίας διαρκώς μεταλλασσόμενης κοινωνίας, ακόμη και δια παραλείψεως, εννοώντας αυτούς που ενώ καθίστανται θεατές τέτοιων νοσηρών καταστάσεων παραμένουν σιωπηλοί.

Η κατανόηση και η παραδοχή του προβλήματος αυτού είναι σαφώς πιο βελτιωμένη τη σημερινή εποχή, εν συγκρίσει με παλαιότερα που αποτελούσε «ταμπού», με μεγαλύτερη έμφαση στις μικρές κοινωνίες. Η εισβολή του διαδικτύου στη ζωή μας τα τελευταία χρόνια ως κύριο μέσο επικοινωνίας πλέον, άνοιξε τον δρόμο για την αποτύπωση του διαδικτυακού εκφοβισμού (cyber bullying). 

Η εποχή της εικόνας, της ταχύτητας και της χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, μας έχει μετατρέψει σε κοινωνούς μίας κατάστασης στην οποία πρυτανεύει ο εγωκεντρισμός. Ένα τόσο χρήσιμο και αναπόφευκτο «εργαλείο», κρύβει συνάμα πολλούς κινδύνους και παγίδες. Μία ισορροπημένη ψυχική κατάσταση ενός ατόμου μπορεί να τους απωθήσει, κάτι το οποίο δυστυχώς δε συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι στον κυκεώνα της αυταρέσκειας και της αυτοπροβολής, πασχίζουν να αναδειχθούν μέσω των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης. Στη «γωνία» παραμονεύουν οι ως άνω αναφερόμενοι θύτες, οι οποίοι τρυπώνουν μέσα από τις χαραμάδες των συναισθηματικών κενών τους. Τα πρώτα και εμφανή ίχνη εξάρτησης εμφανίζονται όταν η προβολή του ατόμου μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελεί αυτοσκοπό. Η ανάγκη για κοινωνική αποδοχή, ο καθημερινός «ανταγωνισμός» (και πολύ συχνά αθέμιτος) που βιώνει ο άνθρωπος μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχει αναδειχθεί σε έναν συνεχή αγώνα δρόμου, με θύματα κυρίως άτομα νεαρής ηλικίας.

Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση της νεαρής Γαλήνης, μίας 22χρονης φοιτήτριας στη Θεσσαλονίκη, η οποία τον Νοέμβριο του έτους 2016, πήρε την απόφαση να προβεί στο απονενοημένο, πέφτοντας από τον ένατο όροφο των φοιτητικών εστιών. (Τις περισσότερες φορές η αυτοκτονία προκύπτει, όταν στρεσογόνοι παράγοντες και προβλήματα υγείας συγκλίνουν και δημιουργούν μια εμπειρία απελπισίας ή απόγνωσης)

Δεν είναι λίγες οι υποθέσεις που έχουν έρθει στο φως τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και σχετίζονται άμεσα με το πρόβλημα του εκφοβισμού. Άλλο ένα θύμα στη λίστα του υπήρξε και ο φοιτητής Βαγγέλης Γιακουμάκης. Πέραν τις δημοσιότητας που έχουν λάβει οι υποθέσεις αυτές και κάθε άλλο παρά αντικείμενο επιστημονικής μελέτης αποτελούν, πέραν των νομικών προεκτάσεων που έχουν διερευνηθεί και εξακολουθούν να διερευνώνται από τα αρμόδια όργανα, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχολογική προσέγγιση των υποθέσεων αυτών και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων (αυτοκτονία, ανθρωποκτονία κ.λ.π.) και των επελθόντων αποτελεσμάτων, που στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις ήταν και μοιραία. Οι υποθέσεις αυτές αποτελούν απλά μεμονωμένα περιστατικά ή η Γαλήνη και ο Βαγγέλης, είναι δύο ακόμη θύματα που αντικατοπτρίζουν ένα βαθιά ριζωμένο πλέον πρόβλημα στην καρδιά της ελληνικής κοινωνίας;

Η κακόβουλη χρήση προσωπικών δεδομένων από χρήστες του διαδικτύου σε βάρος άλλων χρηστών που τους τα έχουν εμπιστευτεί, αποτελεί συχνό φαινόμενο. Η δράση των θυτών εντοπίζεται στη σταδιακή προσέγγιση των θυμάτων με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα την «κολακεία». Οι θύτες προσπαθούν να δημιουργήσουν μία εικονική κατάσταση ασφάλειας στα θύματά τους, προκειμένου να τους εμπιστευτούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα προσωπικές τους πληροφορίες. Πολλές φορές η αντίσταση των θυμάτων και η έκφραση από μέρους τους κάποιας διστακτικότητας και επιφυλακτικότητας, δημιουργεί αισθήματα δυσαρέσκειας στους θύτες, οι οποίοι από εκεί και έπειτα μετέρχονται άλλων «τεχνικών», όπως τη δημιουργία τύψεων από την πλευρά των θυμάτων, τα οποία αισθάνονται άβολα σε περίπτωση που αρνηθούν και απορρίψουν την υποτιθέμενη ευγένεια των θυτών. Το ψυχολογικό αυτό παιχνίδι των θυτών, έχει δυστυχώς ως αποτέλεσμα τα θύματα, ειδικότερα εκείνα που δεν έχουν δομήσει μία ισχυρή προσωπικότητα και εμφανίζουν τάσεις έντονου επηρεασμού από τους γύρω τους, να ενδίδουν εν τέλει στις «προσταγές» των δυναστών τους και να εισέρχονται σε μία κατάσταση με ανεπανόρθωτες συνέπειες για αυτά. Κάπως έτσι το φαινομενικά αθώο μετατρέπεται σε επικίνδυνο και το επικίνδυνο, κάποιες φορές , μοιραίο.

Το φωτογραφικό υλικό που παρουσιάζει ακάλυπτα τα ευαίσθητα σημεία του σώματος, αποτελεί τη συχνότερη μορφή διαδικτυακού εκφοβισμού, από τη στιγμή που το θύμα έχει προβεί στην εμπίστευσή τους στον θύτη. Πολλές φορές και αφού ο θύτης έχει διαρρήξει το προφίλ της δήθεν εμπιστευτικότητας με το θύμα, το φωτογραφικό αυτό υλικό εκτίθεται από τον κοινωνικό περίγυρο του θύματος μέχρι διαδικτυακές σελίδες που φέρουν πορνογραφικό υλικό. Μόλις αυτό υποπέσει στην αντίληψη του θύματος, ξεκινά η αυτόβουλη απομάκρυνση και, περιθωριοποίησή του , λόγω του αισθήματος ντροπής που βιώνει σε συνδυασμό με τον «κατακλυσμό» αρνητικών σκέψεων που κάνει, προκειμένου να ξεφύγει από την κατάσταση αυτή. Για το λόγο αυτό τα θύματα δεν απευθύνονται σε άτομα του κοντινού οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντός τους, ούτε φυσικά σε αρμόδιους φορείς που μπορούν να τους παράσχουν ψυχολογική στήριξη. Επιλέγουν τη σιωπή και την μοναξιά, με τραγικά για αυτά αποτελέσματα.

Ποιος όμως μπορεί να αποτρέψει ένα συναισθηματικά εύπλαστο και ψυχικά ευάλωτο άτομο από το να προβεί σε μία τέτοια ενέργεια, η οποία ενδεχομένως να καταλήξει σε βάρος του με τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται; Είναι επαρκείς οι γνώσεις των μελών της κοινωνίας γύρω από τέτοια φλέγοντα ζητήματα; Πως μπορούν να δημιουργηθούν ψυχολογικά «στεγανά» στους χρήστες του διαδικτύου, προκειμένου να «φιλτράρουν» τις πληροφορίες που μοιράζονται και να ενισχυθεί η κρίση τους απέναντι σε αυτούς με τους οποίους συνομιλούν; Τι ρόλο πρέπει να διαδραματίσει ένα οποιοδήποτε μέλος της κοινωνίας, που πέφτει στην αντίληψή του μία τέτοια κατάσταση;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι η ενημέρωση και η πρόληψη. Μια βασική αρχή μπορεί να αποτελέσει η διδασκαλία της θεμιτής και σωστής χρήσης του διαδικτύου από τον έναν εκ των δύο πυρήνων της κοινωνίας, ήτοι τα σχολεία. Οι ενημερωμένοι και καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του μαθησιακού περιβάλλοντος των μαθητών. Ο έτερος πυρήνας της κοινωνίας, η οικογένεια, πρέπει να μετατραπεί σε έναν πολύτιμο «καθοδηγητή» που θα συμβάλει μέσω της αμεσότητας στη σχέση γονέων και παιδιών όχι μόνο στη δόμηση μίας υγιούς και ισορροπημένης προσωπικότητας, αλλά και στη δυνατότητα επίλυσης όποιων τυχόν προβλημάτων ανακύψουν στη ζωή ενός παιδιού. Εξίσου σημαντική μπορεί να χαρακτηριστεί η προσφορά ενός ειδικού συμβούλου ψυχικής υγείας και η στελέχωση κρατικών και ιδιωτικών φορέων με τέτοιου είδους επιστήμονες.

Τον σημαίνοντα ρόλο όμως τον διαδραματίζει το ίδιο το θύμα των ανωτέρω αναφερόμενων περιπτώσεων που επιλέγει συνειδητά και αποφασιστικά να σπάσει τη σιωπή του και να μιλήσει, δίχως να αφήσει τα γεγονότα να κάμψουν τη θέλησή του να απεγκλωβιστεί. Η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη. Η γνώση είναι όπλο ενάντια στον κίνδυνο που ελλοχεύει η άγνοια και η διστακτικότητα να διεκδικήσουμε τα αυτονόητα. Ένας κόσμος δεν μπορεί να είναι αγγελικά πλασμένος, σημασία έχει να δομήσουμε μέσω του ρόλου που θα επιλέξουμε ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, ισχυρές προσωπικότητες που θα μπορούν να απολαμβάνουν τις χαρές της ζωής, αλλά ταυτόχρονα θα βρίσκονται σε επαγρύπνηση για τις παγίδες που μερικές φορές δυστυχώς κρύβει.

2020-02-26T10:33:29+00:00