CSIi, Απειλές, Ασφάλεια διαδικτύου, Διαδικτυακές απειλές, Διαδίκτυο, Εγκλήματα, Κοινωνία, Κυβερνοασφάλεια, Τεχνολογία

Η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ανίχνευση της εγκληματικότητας

Γράφει η Αντιγόνη Κολιού

Η τεχνητή νοημοσύνη έχει επιφέρει επαναστατικές αλλαγές στον τομέα της πληροφορίας και των επικοινωνιών και έχει εισβάλλει στην καθημερινότητα, δημιουργώντας αμφιλεγόμενες κοινωνικές αντιδράσεις. Η AI, «Artificial Intelligence», έχει επιφέρει αξιοσημείωτες εξελίξεις και στο πεδίο της εγκληματολογίας, επιτρέποντας τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων, εντοπίζοντας ύποπτες δραστηριότητες, προλαμβάνοντας πιθανές εγκληματικές δράσεις. Οι τεχνικές ανάλυσης ήχου και εικόνας, η επεξεργασία μεγάλου όγκου δεδομένων (big data), η μηχανική μάθηση και η ανάλυση προτύπων αποτελούν εξαιρετικά εργαλεία για την ανίχνευση της εγκληματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η χρήση των εφαρμογών της τεχνητής νοημοσύνης, συντελούν στη διερεύνηση εγκληματικότητας μέσω των σύγχρονων τεχνολογικών μεθόδων της, διευκολύνοντας το έργο των ελεγκτικών αρχών και  εγκληματολογικών επιστημόνων, λειτουργώντας προληπτικά ή κατασταλτικά στο έγκλημα και τις παραβατικές συμπεριφορές. Η νέα μορφή τεχνολογικής αστυνόμευσης μέσω της AI, μπορεί να αποτελεί μία ενδιαφέρουσα καινοτομία, όμως εγείρει  νομικά ζητήματα ως προς τη γενικότερη ασφάλεια και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

 

Αρχικά, μία από τις  βασικότερες τεχνολογικές εξελίξεις αφορά την ανάλυση βίντεο με τεχνητή νοημοσύνη, με την οποία συντελείται η ανίχνευση ύποπτων δραστηριοτήτων ή προσώπων. Συγκεκριμένα, οι σύγχρονες κάμερες ασφαλείας με εξελιγμένους αλγόριθμους μάθησης, μπορούν να αναγνωρίσουν ύποπτες κινήσεις σε μία υπό έλεγχο περιοχή ή επικίνδυνες και βίαιες δραστηριότητες, προλαμβάνοντας τη διάπραξη εγκλημάτων ή εξιχνιάζοντας παράνομες δραστηριότητες που διερευνούνται από τις αρμόδιες αρχές. Η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί υποστηρικτικά σε αναγνώριση προσώπων με την ανάλυση εικόνων μεταξύ των ύποπτων και έτσι οδηγεί στην πιο άμεση σύλληψη των εγκληματιών. Αναφορικά με τον έλεγχο τήρησης των μέτρων ασφαλείας, ο εξοπλισμός της AI μπορεί να εντοπίζει άτομα που παραβιάζουν ασφαλιστικά μέτρα τα οποία εποπτεύονται από αρμόδιες υπηρεσίας ελέγχου και ασφάλειας. Επιπλέον, είναι εξίσου σημαντική η δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης να αναλύει μεγάλη ποσότητα δεδομένων, big data, και έτσι να προβλέπει εγκληματικές πράξεις. Στα μέσα δικτύωσης και σε δημοφιλείς εφαρμογές, μέσω της επεξεργασίας των δεδομένων, μπορούν να εντοπιστούν παραβατικές πράξεις από ύποπτους χρήστες, μπορούν να προβλεφθούν μελλοντικές παράνομες δραστηριότητες που βασίζονται σε παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων με σκοπό την εμπορευματοποίηση και την οικονομική εγκληματικότητα. Τα δεδομένα της AI, που αποτελούν αξιόλογα εργαλεία για τις ελεγκτικές αρχές, προέρχονται από κοινωνικά δίκτυα, κάμερες επιτήρησης ή και δορυφορικές εικόνες.

 

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στην πρόληψη και διαχείριση του κυβερνοεγκλήματος, όπως είναι οι επιθέσεις phishing, malware, digital skimming και οι οικονομικές απάτες. Οι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης δύναται να εντοπίζουν παράνομες συναλλαγές, υποκλοπές στοιχείων τράπεζας και μπορούν να αναλύσουν την ύποπτη συμπεριφορά των χρηστών και έτσι να προλαμβάνουν μελλοντικές κυβερνοεπιθέσεις. Πολλές τράπεζες για τη διαφύλαξη στοιχείων των πολιτών, χρησιμοποιούν συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για να αποτρέψουν οικονομικές παραβάσεις.  Ακόμη, οι αρμόδιες αρχές του κυβερνοεγκλήματος, εντοπίζουν και μπορούν να καταστείλουν εγκληματικές δράσεις στο σκοτεινό διαδίκτυο (dark web), όπως τα συστήματα ανίχνευσης εισβολών, (intrusion detection systems), όπου μέσω της τεχνητής νοημοσύνης εντοπίζουν επιθέσεις σε πραγματικό χρόνο ενώ  οι αλγόριθμοι επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, (NLP), αναλύουν συνομιλίες και σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για εξακρίβωση ύποπτων μηνυμάτων. Από την άλλη πλευρά, η τεχνητή νοημοσύνη εγείρει «κύμα» συζητήσεων και διλημμάτων περί ηθικής και δικαιοσύνης, καθώς η συλλογή και ανάλυση προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συναίνεση των ανθρώπων, άπτονται ζητημάτων κατάχρησης εξουσίας και παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων. Επίσης, οι αλγόριθμοι της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποδώσουν λανθασμένες προβλέψεις και αποτελέσματα, κάτι που μπορεί να έχει ως συνέπεια την άδικη μεταχείριση των ανθρώπων και την ενίσχυση διακρίσεων μεταξύ ατόμων και κοινοτήτων. Ταυτόχρονα, οι εγκληματίες που δρουν κυρίως μέσα του διαδικτύου μπορούν να αναπτύσσουν τεχνικές όπως “adversarial attacks” ή αλλιώς  αντιπαραθετική μηχανική μάθηση, που άφορα τεχνικές κακόβουλων επιθέσεων και μπορούν να τροποποιούν τα δεδομένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην εντοπίζονται από τους αλγόριθμους. Γενικότερα, είναι γεγονός, πως η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για την αστυνόμευση του  διαδικτυακού εγκλήματος, αλλά και κάθε άλλης μορφής παραβατικότητας, απαιτεί την εφαρμογή ενός αυστηρού πλαισίου νόμων, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και να διενεργείται με ασφάλεια η εξακρίβωση και καταπολέμηση του εγκλήματος. 

 

Εν κατακλείδι, είναι αναμφισβήτητη η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης στο φαινόμενο της εγκληματικότητας.Οι διαρκώς εξελισσόμενες μέθοδοι και τεχνικές AI διευκολύνουν το έργο των αρχών και αποτελούν πολύτιμα εργαλεία για την εξιχνίαση των εγκλημάτων. Εάν η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται από διαφάνεια, ασφαλή αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων, μπορεί να μετατραπεί σε μία πιο έμπιστη και αποτελεσματική μέθοδο πρόληψης και καταστολής της παραβατικότητας. Κρίνεται απαραίτητη η διαρκής επιμόρφωση των αρχών και των υπεύθυνων τήρησης ασφάλειας και ελέγχου, ώστε να επιτυγχάνεται η ασφαλέστερη, ταχύτερη και αποδοτικότερη διερεύνηση των κατά περίπτωση ελεγχόμενων προσώπων και δραστηριοτήτων.Η προσεκτική και υπεύθυνη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, πρέπει να στηρίζεται σε αυστηρούς κανόνες δεοντολογίας, διαρκή αξιολόγηση και επανεξέταση των δεδομένων. Η υπεύθυνη και συνετή τήρηση αυτών των αρχών, μπορεί να συντελέσει σε ένα ασφαλέστερο περιβάλλον με ταυτόχρονη μείωση και πρόληψη της εγκληματικότητας.