Ανθρώπινες Σχέσεις, Ψυχική υγεία

Τα «απελευθερωτικά όχι» στη ζωή μας

Κοινοποιήστε το άρθρο:

Πόσες φορές έχετε νιώσει τύψεις ή ψάχνετε να βρείτε δικαιολογίες, συχνά ευφάνταστες, προκειμένου να αποφύγετε μία έξοδο, ένα τραπέζι ή μία οποιαδήποτε συνάντηση; Πώς αισθάνεστε όταν πρέπει να πείτε «όχι», ιδίως σε συγκεκριμένα άτομα; Γίνεστε υπόλογος και αρκετά επεξηγηματικός; Πόσες φορές έχετε πει ένα «αναγκαστικό ναι», ώστε να μην σας κριτικάρουν ή για να μην σας κακολογήσουν οι γύρω σας, έστω και αν γνωρίζετε εκ των προτέρων ότι δεν θα περάσετε καλά;

Εάν έχετε απαντήσει θετικά στις παραπάνω ερωτήσεις, τότε μάλλον ήρθε η στιγμή να επαναθεωρήσετε τη ζωή σας! Πώς; Ξεκινήστε με ένα απλό όχι, γίνετε πιο διεκδικητικοί και αισθανθείτε επιτέλους ελεύθεροι και χαρούμενοι να απολαύσετε τη ζωή σας! Αν όχι, είναι σίγουρο ότι δεν θα νιώσετε ποτέ ικανοποιημένοι από τον εαυτό σας και κατά συνέπεια από τους γύρω σας. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση να ανήκετε στην «απέναντι όχθη». Να είστε δηλαδή, από εκείνα τα άτομα που πιέζουν τους άλλους για αυτό το «πολυπόθητο» ναι.  Η απάντηση είναι ίδια. Θα πρέπει να αναζητήσετε και εσείς τα αίτια της συμπεριφοράς σας και να αναρωτηθείτε το κατά πόσο είστε όντως καλά με τον εαυτό σας, αλλά και με τους γύρω σας!

Η σημασία του να μάθεις να λες «όχι»

Μία από τις πρώτες λέξεις που μαθαίνει ένα παιδί, είναι το «όχι». Τρία απλά γράμματα, που φαίνεται να συνοδεύουν την καθημερινότητά του για αρκετό διάστημα, αφού γίνονται απάντηση σε κάθε ερώτηση. Μεγαλώνοντας και γνωρίζοντας τη σημασία του, αλλάζει και η χρήση του. Συνιστά μία αποτρεπτική, αποθαρρυντική απάντηση που οδηγεί στη βίωση ανάλογων συναισθημάτων. Άλλοτε προσδίδει ένα αίσθημα χαράς, υπερηφάνειας, ικανοποίησης ή και αδιαφορίας και άλλοτε γίνεται η αφορμή για έναν χείμαρρο αρνητικών συναισθημάτων και ανασφάλειας.

Υπάρχουν δύο βασικοί παράγοντες που καθορίζουν την αντίδραση αυτής της απάντησης. Ο πρώτος είναι οι περιστάσεις υπό τις οποίες ειπώθηκε. Δεν έχουν όλες οι ερωτήσεις την ίδια βαρύτητα, με αποτέλεσμα να ποικίλουν οι απαντήσεις, όπως και οι συνέπειες όχι μόνο στο άτομο, αλλά και στο ευρύτερο οικείο περιβάλλον. Ο δεύτερος αφορά το ρόλο που κατέχει κάποιος σε αυτή τη διαδικασία· εάν δηλαδή είναι ο πομπός ή ο δέκτης αυτής της ερώτησης, με το βάρος να πέφτει κυρίως σε αυτόν που καλείται να απαντήσει.

Κάποιες ερωτήσεις από την άλλη πλευρά, μοιάζουν αρκετά απλές διότι αρκεί να απαντήσεις είτε θετικά με ένα «ναι», είτε αρνητικά λέγοντας όχι. Ερωτήσεις που διέπουν την καθημερινότητα, καθορίζοντας την προσωπική και κοινωνική δράση του ατόμου. Απαντήσεις που μολονότι φαίνονται εύκολες, μιας και δεν προϋποθέτουν ιδιαίτερη σκέψη, εντούτοις είναι πιο πολύπλοκες, αφού συχνά συγχέονται με την ανάγκη για αποδοχή, την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθηση.

Ήδη από την πρώιμη παιδική μας ηλικία ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα σύνολο κοινωνικών κανόνων και «πρέπει», που ρυθμίζουν και καθορίζουν τη ζωή και τη συμπεριφορά μας. Πρόκειται για την λεγόμενη αλληλεπίδραση που αναπτύσσεται μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων, κατά την οποία ο καθένας δρα με βάση την εκδηλούμενη ή προσδοκώμενη αντίδραση του άλλου. Ο κοινωνιολόγος  C.Cooley, θεμελιωτής της σχολής της συμβολικής αλληλεπίδρασης, αναφέρθηκε στη σημασία της αλληλεπίδρασης στη διαμόρφωση της αυτοεικόνας του παιδιού. Σύμφωνα με τη θεωρία του κοινωνικού καθρεφτισμού του εαυτού μας (κατοπτρικός εαυτός) το παιδί διαμορφώνει την αυτοεικόνα και τη συμπεριφορά του ανάλογα με το πώς φαντάζεται ότι το βλέπουν οι «σημαντικοί άλλοι» στη ζωή του. Όταν νιώθει ότι οι άλλοι έχουν θετική εικόνα για αυτό, επιδοκιμάζουν τις ενδεχόμενες πράξεις του, θα αισθανθεί περηφάνια, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα βιώσει αισθήματα ντροπής και ταπείνωσης.

Η παραπάνω θέση εξηγεί σε ικανοποιητικό βαθμό το γιατί δυσκολευόμαστε να πούμε όχι, ιδίως όσο μεγαλώνουμε. Όταν δηλαδή αρχίζουμε να έχουμε την αίσθηση του κοινωνικού μας εαυτού, ο οποίος αυτοκαθορίζεται εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος και μέσα από τη συμμετοχή μας στις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Είναι το περιεχόμενο της κοινωνικοποίησης, βάσει του οποίου καλούμαστε να ανταποκρινόμαστε στις προσδοκίες και στις απαιτήσεις των άλλων, φοβούμενοι την απόρριψη και την αμφισβήτηση. Εκφράσεις όπως «Στεναχώρησες τη μαμά», «Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα», «Οι βαθμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονται στις δυνάμεις σου», είναι ορισμένα παραδείγματα προσδοκιών και απαιτήσεων που έχουν οι άλλοι από εμάς, οι οποίες ουσιαστικά οδηγούν σε ένα φαύλο κύκλο αναζήτησης της επιβράβευσης και της επιβεβαίωσης. Με λίγα λόγια, η αποφυγή της άρνησης οφείλεται στην τάση που έχουμε να ευχαριστούμε τους άλλους. Μία υποσυνείδητη πράξη που παρέχει την απαραίτητη ασφάλεια, ευχαρίστηση και την επιβεβαίωση του κοινωνικού ρόλου. Τι συμβαίνει όμως, όταν τα συνεχόμενα «ναι» αρχίζουν να «βαραίνουν», να «πνίγουν» το άτομο, επηρεάζοντας άμεσα την προσωπική του ζωή αλλά και τη ψυχοσυναισθηματική του υγεία;

Στην πραγματικότητα, το να συμφωνούμε σε τόσες πολλές υποχρεώσεις, θέτει σε κίνδυνο τον ίδιο τον εαυτό μας, ο οποίος βλέπει τα θέλω και τις ανάγκες του να παραμερίζονται. Παράλληλα, δεν πρέπει να παραλείπεται ότι το να φορτώνουμε υπερβολικά το πρόγραμμά μας με υποχρεώσεις απέναντι σε τρίτα πρόσωπα, δημιουργεί υπερβολικό στρες και άγχος, αλλά και συγκρούσεις εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος. Σχέσεις και φιλίες «κλονίζονται», με το άτομο να βιώνει άγχος, ανασφάλεια, εξουθένωση και το αίσθημα του ανικανοποίητου.

Με αυτή την έννοια, είναι σημαντικό να μάθουμε να λέμε όχι, διότι με αυτό τον τρόπο δίνουμε προτεραιότητα στον εαυτό μας και στη ψυχοσυναισθηματική μας υγεία. Μία αρχή που πρέπει να διδάσκεται ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία, για να μπορεί το παιδί να «χτίσει» την αυτοεικόνα και την αυτοπεποίθησή του σε υγιή θεμέλια. Να μάθει να ακούει τις σκέψεις και τα θέλω του. Να διεκδικεί τα δικαιώματά του, να εκφράζει τις επιθυμίες του και όχι να είναι παθητικός δέκτης των εξελίξεων. Μόνο γνωρίζοντας και σεβόμενοι τον εαυτό μας, μπορούμε να αναπτύξουμε υγιείς και όχι τοξικές σχέσεις, επιδρώντας θετικά στην κοινωνική συνοχή και ευρυθμία. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προθεσμίες, προσωπικές και επαγγελματικές περιστάσεις στις οποίες δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Ακριβώς για αυτούς τους έντονους αγχωτικούς ρυθμούς της καθημερινότητας, είναι επιτακτική ανάγκη να θέτουμε όρια στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική μας ζωή.

Τα όρια δείχνουν το σεβασμό απέναντι στον εαυτό μας αλλά και στους γύρω μας. Μαθαίνοντας να σέβεσαι και να ακούς τον εαυτό σου, μαθαίνεις να σέβεσαι και τους γύρω σου, δείχνοντας επίσης τη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητά σου. Δύο χαρακτηριστικά που βοηθούν τους άλλους να δουν το ποιος/ποια πραγματικά είσαι, ώστε να σε αγαπήσουν πραγματικά. Διαφορετικά, δημιουργείται μία σχέση αλληλεξάρτησης, με πρόσκαιρο χαρακτήρα, που βασίζεται στην εκμετάλλευση και στην «καταπίεση», η οποία πέρα από τις άμεσες επιπτώσεις, έχει και μακροπρόθεσμες στη ζωή του ατόμου, ιδίως όταν θα καταρρεύσει.

Κοινοποιήστε το άρθρο:
The following two tabs change content below.

Μαρία Μουζάκη

Ονομάζομαι Μουζάκη Μαρία και είμαι απόφοιτη του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχω ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και είμαι υποψήφια διδάκτορας του τμήματος. Εργάζομαι ως σύμβουλος ψυχικής υγείας, καθώς και ως εκπαιδεύτρια σε προγράμματα επιμόρφωσης.