Γονείς, Διαδικτυακές απειλές, Έφηβος, Οικογένεια, Παιδιά

Sexting & γονείς: Όσα πρέπει να γνωρίζεται για τον/την έφηβό σας

Κοινοποιήστε το άρθρο:

Το “sexting” αποτελεί μια ευρέως γνωστή πρακτική ανταλλαγής σεξουαλικών μηνυμάτων, εικόνων ή/και βίντεο μεταξύ ηλεκτρονικών συσκευών. Είναι επίσης μια πλέον πάγια τακτική σεξουαλικής επικοινωνίας και κοινωνικοποίησης των εφήβων, που συχνά κρατά σε επαγρύπνηση τους γονείς, οι οποίοι θορυβούνται με τον βαθμό επικινδυνότητας τέτοιων μηνυμάτων.

Ωστόσο, το sexting είναι μια καινοτόμα μορφή σεξουαλικής έκφρασης που διοχετεύεται μέσω του γραπτού λόγου ή μιας εικόνας, καθώς πλέον η τεχνολογία παρέχει τα κατάλληλα εργαλεία για μια διαφορετική έκφανση της σεξουαλικότητας. Τις περισσότερες φορές, η πρακτική αυτή είναι συναινετική και διασκεδαστική για τους εφήβους και αποτελεί μία από τις μεθόδους τους να εξερευνούν την σεξουαλική επικοινωνία με τους συνομήλικους τους, να αποκτούν οικειότητα με το σώμα τους, να χτίζουν ένα τοίχος εμπιστοσύνης μέσα στις ερωτικές τους σχέσεις και να πειραματίζονται. Ιδιαίτερα όταν παρέρχεται κάποιου είδους απόσταση ή για παράδειγμα απαγορεύονται οι κοινωνικές επαφές όπως συνέβη κατά την διάρκεια του lockdown, αποτελεί ένα δημιουργικό τρόπο δεσίματος, επικοινωνίας και διατήρησης μιας ερωτικής σχέσης. Τέλος, το sexting αποτελεί μια διαδικασία διοχέτευσης της εφηβικής περιέργειας γύρω από το σεξ και της ανακάλυψης του ανθρωπίνου σώματος, τόσο του γυναικείου όσο και του ανδρικού.

Ωστόσο, πέραν της συναινετικής μορφής του, το sexting μπορεί επίσης να έχει εκβιαστικό ή καταπιεστικό χαρακτήρα και είναι σημαντικό να διαχωρίζουμε αυτές τις δύο εκφάνσεις του. Στην μη συναινετική εκδοχή, ο έφηβος δέχεται την πίεση των συνομήλικων ή κάποιου ενήλικα ώστε να συμμετάσχει στην ανταλλαγή σεξουαλικού υλικού, ή αναγκάζεται να συμμετάσχει χωρίς την θέληση του μετά από κάποια μορφή απειλής ή εκβιασμού προς το πρόσωπό του. Οι γονείς, λόγω της ανησυχίας τους γύρω από το φαινόμενο, αμελούν να λάβουν υπόψη την συναινετική έκφανση του sexting και επικεντρώνονται στο πώς να αποτρέψουν τα παιδιά τους από αυτό, ώστε να αποφευχθούν πιθανοί κίνδυνοι. Οι ανησυχίες τους αυτές είναι καθόλα εύλογες, καθώς το sexting πέρα από ψυχαγωγικό έχει αποδειχθεί και άκρως επικίνδυνο, ιδιαίτερα για την συναισθηματική ανάπτυξη των εφήβων.  

Το sexting λοιπόν δύναται να οδηγήσει σε διαδικτυακό εκφοβισμό, ή/και στον διασυρμό των παιδιών στο διαδίκτυο, όταν το σεξουαλικό υλικό τους σταλεί σε τρίτους, πέρα από τους δύο συμμετέχοντες. Επιπλέον, μέσω αυτού μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο η φήμη του παιδιού και να επηρεαστούν τόσο οι φιλικές όσο και οι σχολικές του σχέσεις, και ταυτόχρονα να διακινδυνεύσουν οι μελλοντικές επαγγελματικές του ευκαιρίες. Υπάρχει επιπλέον μεγάλη πιθανότητα το υλικό να καταλήξει σε λάθος χέρια, σε αυτών που αποκαλούμε «σεξουαλικά αρπακτικά», και το υλικό να διαρρεύσει σε διαδικτυακούς κύκλους παιδικής πορνογραφίας, θέτοντας έτσι και την ασφάλεια αλλά και την ιδιωτικότητα του παιδιού σε μεγάλο ρίσκο. Αυτό που αδυνατούν να κατανοήσουν τα παιδιά είναι ότι μόλις μοιραστούν μια φωτογραφία, δεν υπάρχει τρόπος να γνωστοποιηθεί πόσα άτομα την έχουν αποθηκεύσει, την έχουν επισημάνει, ή την έχουν κοινοποιήσει. Δυστυχώς, η φωτογραφία μπορεί να εμφανιστεί ξανά στην επιφάνεια αρκετό καιρό μετά τη λήψη και την ανάρτησή της, όντας εκμεταλλευόμενη από ποικίλες κακόβουλες πηγές.

Για να καταστούν οι αρνητικές αυτές συνέπειες του sexting ξεκάθαρες στο μυαλό των εφήβων, τον πρωτεύοντα εκπαιδευτικό ρόλο καλούνται να διαδραματίσουν οι γονείς, οι οποίοι οφείλουν να γνωστοποιήσουν στα παιδιά τις επιπτώσεις των πράξεων τους από την πρώτη κιόλας στιγμή που θα τους αγοράσουν ένα κινητό ή μία συσκευή με κάμερα. Οι γονείς έχουν υποχρέωση να γαλουχούν τα παιδιά με τις έννοιες της συναίνεσης, του αυτοσεβασμού και της άρνησης καταστάσεων που δεν τα ευχαριστούν. Καλούνται να εξηγήσουν διεξοδικά στα παιδιά ότι το διαδίκτυο είναι ένα αχανές περιβάλλον και το σεξουαλικό υλικό τους δεν θα μπορεί να είναι υπό τον πλήρη έλεγχό τους από την στιγμή που το αποστείλουν σε κάποιον. Επιπλέον, πρέπει να τονίζουν στα παιδιά ότι το ψηφιακό υλικό τους αφήνει πίσω και ένα ψηφιακό αποτύπωμα (digital footprint). Ακόμα και αν επιχειρήσουν την διαγραφή μιας ανάρτησης ή κάποιου μηνύματος, αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι αυτό δεν έχει ήδη ληφθεί, αντιγραφεί και κοινοποιηθεί σε άλλους. Τέλος, οι γονείς οφείλουν να ενημερώνουν τα παιδιά τους σχετικά με την μη συναινετική προώθηση σεξουαλικού υλικού σε τρίτους και την εγκληματική φύση αυτής της ενέργειας, έτσι ώστε σε περίπτωση που γίνουν τα ίδια παραλήπτες τέτοιου περιεχομένου, να απευθύνονται σε κάποιον ενήλικα που είναι κατάλληλος να το διευθετήσει, αποφεύγοντας έτσι την συμμετοχή τους σε περαιτέρω διάχυση υλικού κάποιου τρίτου προσώπου.

Σε καμία περίπτωση δεν συνίσταται ο περιορισμός κινήσεων του παιδιού ή ο υπερβολικός γονικός έλεγχος, καθώς αυτό δύναται να φέρει αντίστροφα αποτελέσματα και αντιδράσεις από το παιδί. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι μια αυστηρή απαγόρευση λειτουργεί ως προτροπή και πρόκληση στον εφηβικό τρόπο σκέψης. Αντ’ αυτού, οι γονείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να μιλούν και να βρίσκονται δίπλα στα παιδιά, χτίζοντας μαζί τους γερά θεμέλια επικοινωνίας και εμπιστοσύνης. Αυτό με την σειρά του θα επιφέρει συνεργασία από τα παιδιά και θα τους προσφέρει ένα δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε τυχόν κινδύνους που αντιμετωπίσουν κατά την διάρκεια του sexting.

Η συμμετοχή των εφήβων σε αυτό δεν πρόκειται να μειωθεί ή να εκλείψει. Όσο και αν οι γονείς δεν αντιλαμβάνονται αυτόν τον τρόπο έκφρασης, ή τον θεωρούν ακατάλληλο, τα παιδιά, γαλουχημένα πλέον μέσα στην εποχή της τεχνολογίας, θα επιλέγουν να εξωτερικεύουν την σεξουαλική τους φύση μέσω των συσκευών και του διαδικτύου. Αυτό αποτελεί άρρηκτο δικαίωμά τους στην ελευθερία έκφρασης και οποιαδήποτε γονική παρείσφρηση καταπατά αυτόματα την ιδιωτικότητα τους.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μια ισορροπημένη αντιμετώπιση απέναντι στο sexting είναι προτιμότερη από μια επεμβατική αντίδραση, όσο δύσκολο και δυσεπίλυτο και αν φαίνεται κάποιο ζήτημα. Σκοπός είναι τα παιδιά να είναι ενημερωμένα και σε εγρήγορση για οποιοδήποτε κίνδυνο συναντήσουν, να έχουν ελευθερία στις διαδικτυακές διαπροσωπικές τους σχέσεις, καθώς και να είναι υποψιασμένα απέναντι στις προθέσεις και την εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν στους ερωτικούς συντρόφους τους.

Κοινοποιήστε το άρθρο:
The following two tabs change content below.

Τζίνα Λαγκαδινού

Ονομάζομαι Γεωργία Λαγκαδινού, είμαι Μεταπτυχιακή Απόφοιτη Εγκληματολογίας από το KU Leuven Πανεπιστήμιο του Βελγίου, με ειδίκευση στο σεξουαλικό έγκλημα και τις εκφάνσεις του στον κυβερνοχώρο. Με προπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και πιστοποίηση τετράμηνου σεμιναρίου στον κλάδο της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εθελόντρια (αρθρογράφος - υποστήριξη κοινού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στο Διεθνές Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας, με έδρα την Αθήνα (CSI Institute).