Ανθρώπινες Σχέσεις, Κοινωνία, Ψυχική υγεία

Όταν όλοι ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία, κάποιοι παλεύουν ακόμα για την πρώτη.

Κοινοποιήστε το άρθρο:

Το τελευταίο διάστημα βιώνουμε όλοι τις επιπτώσεις του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας και αντιλαμβανόμαστε την αξία όσων μέχρι πρότινος θεωρούσαμε αυτονόητα. Πόσοι όμως έχουν αναλογιστεί ότι για ορισμένους ανθρώπους αυτή είναι η καθημερινότητά τους; Ότι αναγκάζονται να ζουν σε ένα αποστειρωμένο περιβάλλον, απομονωμένοι και περιθωριοποιημένοι;

Ως Άτομα με Ειδικές Ανάγκες ορίζονται τα άτομα που πάσχουν από ειδικές ανεπάρκειες ή δυσλειτουργίες οφειλόμενες σε φυσικούς, διανοητικούς ή κοινωνικούς παράγοντες σε τέτοιο βαθμό, που είναι δύσκολο γι’ αυτά να συμμετάσχουν στη γενική, επαγγελματική κατάρτιση, να εξεύρουν εργασία ή να έχουν πλήρη συμμετοχή στην κοινωνία. Άτομα με σοβαρές ανεπάρκειες, ανικανότητες ή μειονεξίες που οφείλονται σε σωματικές βλάβες, συμπεριλαμβανομένων των βλαβών των αισθήσεων, ή σε διανοητικές ή ψυχικές βλάβες, οι οποίες περιορίζουν ή αποκλείουν την εκτέλεση δραστηριότητας ή λειτουργίας, η οποία θεωρείται κανονική για έναν άνθρωπο.

Μπορεί να πρόκειται για άτομα με νοητική υστέρηση, με μαθησιακές και άλλες δυσκολίες, τυφλά και με διαταραχές όρασης, με κινητικές διαταραχές, άτομα κωφά και βαρήκοα, επιληπτικά, άτομα που πάσχουν από ψυχικές νόσους ή κάποια μακροχρόνια ασθένεια. Η «διαφορετικότητά» τους μπορεί να είναι είτε εκ γενετής είτε επίκτητη, είτε εμφανής είτε αφανής, είτε μόνιμη είτε παροδική, είτε εντυπο-αναπηρία.

Τα κωφά και βαρήκοα άτομα στερούνται μιας βασικής αίσθησης, αυτής της ακοής. Έτσι λοιπόν, βιώνουν, αντιλαμβάνονται τον κόσμο και προσλαμβάνουν τις πληροφορίες και τα ερεθίσματα που λαμβάνουν απ’ το περιβάλλον τους, μέσω της όρασής τους. Ωστόσο, κρίνεται σημαντικό να διαφοροποιηθούν οι δύο αυτές ομάδες, καθώς ναι μεν μοιράζονται αρκετά κοινά χαρακτηριστικά αλλά διαφέρουν εξίσου σε άλλα. Διαφέρουν ως προς τα ακουολογικά χαρακτηριστικά τους, την ηλικία εμφάνισης της απώλειας της ακοής, τη δομή της οικογένειας των κωφών παιδιών και τη γλωσσική τους ικανότητα.

Ως βαρήκοα ορίζονται τα άτομα που μπορούν να ακούσουν μόνο συγκεκριμένες συχνότητες ή ήχους σε ένα συγκεκριμένο εύρος και ως εκ τούτου εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ακουστικά τους και από τη χειλεοανάγνωση. Μπορεί να εμφανίζουν διαταραχές ομιλίας εξαιτίας της ανικανότητάς τους να ακούσουν καθαρά την ίδια τους τη φωνή. Ως κωφά ορίζονται τα άτομα που μπορούν να καταλάβουν λίγη ή καθόλου από την ομιλία, ανάλογα με την βαρύτητα της βλάβης και την ηλικία έναρξης του προβλήματος.

Η χρήση λοιπόν της νοηματικής γλώσσας καθίσταται πολύ σημαντική για τα άτομα αυτά. Η πληροφορική και η τεχνολογία έχουν συμβάλλει σε πολύ μεγάλο βαθμό στην παροχή ευκαιριών για κοινωνική αλληλεπίδραση και δραστηριότητες στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Για τα άτομα με προβλήματα ακοής, τα οποία χρησιμοποιούν τη νοηματική γλώσσα στην επικοινωνία τους και δυσκολεύονται στην κατανόηση της γραπτής, είναι απαραίτητη η εφαρμογή πολυμέσων ώστε να μπορέσουν να επικοινωνήσουν. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί ειδικές εφαρμογές για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας των ατόμων αυτών, όπως πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης και ειδικά λογισμικά αναγνώρισης της νοηματικής γλώσσας.

Έρευνες υποστηρίζουν πως η συνύπαρξη κωφών ατόμων σε περιβάλλοντα με μη κωφούς, έχει ως αποτέλεσμα οι πρώτοι να αισθάνονται μειονεκτικά, απομονωμένοι και παραγκωνισμένοι. Νιώθουν πολύ πιο άνετα όταν βρίσκονται μαζί με άτομα που μοιράζονται τις ίδιες «ιδιαιτερότητες» με αυτούς. Γενικά τα Άτομα με Ειδικές Ανάγκες τείνουν να αντιμετωπίζονται με προκατάληψη από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο και να τίθενται στο περιθώριο. Στερούνται βασικών δυνατοτήτων και ευκαιριών τόσο σε επίπεδο εκπαίδευσης όσο και απασχόλησης αλλά και ζητημάτων καθημερινής επιβίωσης, που όλοι εμείς θεωρούμε δεδομένα και αυτονόητα.

Ποιο θα έπρεπε να είναι το challenge της κοινωνίας λοιπόν; Για αρχή, να μην υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ των δύο κοινωνικών ομάδων. Να υπάρχει σεβασμός των δικαιωμάτων και παροχή ίσων ευκαιριών. Η συμπερίληψη των ατόμων αυτών στο κοινωνικό γίγνεσθαι πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα όλων. Η παροχή διευκολύνσεων, από τον τομέα της εκπαίδευσης και την αλληλεπίδραση στην καθημερινή ζωή μέχρι και την αγορά εργασίας, είναι καίριας σημασίας. Σαφώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο θέμα, όμως η κοινωνική και εκπαιδευτική ένταξη είναι αλληλοεξαρτώμενες και η μια επηρεάζει και επηρεάζεται από την άλλη. Πρέπει να φροντίζουμε όλοι τις όποιες «ιδιαιτερότητες» να τις μετατρέπουμε σε ευκαιρίες και δυνατότητες. Να αξιοποιείται όλο το ανθρώπινο δυναμικό της κοινωνίας. Με τον κατ’ οίκον περιορισμό των ομάδων αυτών, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να διαιωνίζουμε μια κατάσταση μαθημένης ανημποριάς.

Σκοπός όλων πρέπει να αποτελεί η ένταξη και συμπερίληψη των ατόμων στην ευρύτερη κοινότητα το οποίο μπορεί να επιτευχθεί μέσω της προαγωγής της αυτονομίας και της ικανότητάς τους για αυτοεξυπηρέτηση, αύξησης της αυτεπίγνωσης και της αντίληψης της πραγματικότητας – των δυνατοτήτων και των ευκαιριών και δυνατότητας πρόσβασης σε εκπαιδευτικά προγράμματα ειδικά προσαρμοσμένα στις ανάγκες τους. Πέραν αυτών, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη συναισθηματική τους εξέλιξη, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους και της εμπιστοσύνης στις δυνατότητές τους. Η κοινωνικοποίησή τους μέσα από τη συμμετοχή σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες και άλλα δρώμενα καθώς και η ενεργός συμμετοχή τους με ισοτιμία και αξιοπρέπεια σε κάθε μορφή κοινωνικής έκφρασης διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού, του στιγματισμού και της παθητικότητας που βιώνουν από την αρχή της ζωής τους είτε από το περιβάλλον συλλήβδην είτε από την παραμονή τους σε ειδικές μονάδες φροντίδας. Το να ζει κανείς με αξιοπρέπεια και ισοτιμία αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα όλων και πρέπει να αναγνωριστεί και στις ομάδες αυτές.

Από ψυχολογικής άποψης, η σημασία της ένταξης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης είναι καίρια καθώς τα άτομα αυτά σταδιακά πείθονται πως το υπάρχον αισθητηριακό τους έλλειμμα δεν είναι αρκετά ικανό ώστε να καταστήσει δυνατή την περιθωριοποίησή τους σε κοινωνικό επίπεδο ή επίπεδο εκπαίδευσης καθώς επί της ουσίας πρόκειται για μια έλλειψη σε μια τους αίσθηση όχι για μη ικανότητα συνολικά. Επί της ουσίας, αυτό που αλλάζει είναι η οδός πρόσληψης της πληροφορίας. Ως επί το πλείστον, τα άτομα αυτά διαθέτουν μια στοιχειώδη εκπαιδευτική μόρφωση, όμως στερούνται κοινωνικής.

Πρόσφατα, πήρε το φως της δημοσιότητας ένα εγχείρημα στη Θεσσαλονίκη με πρωτοβουλία της ΚΟΙΝΣΕΠ, όπου κατάστημα εστίασης έχει στηρίξει όλο το ανθρώπινο δυναμικό του σε άτομα κωφά ή βαρήκοα, όπου η επικοινωνία γίνεται μέσω της νοηματικής γλώσσας. Η δράση αυτή είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρα καθώς προάγει την ισότητα μεταξύ όλων, αξιοποιεί τις δυνατότητες των ατόμων αυτών παρέχοντάς τους μια ευκαιρία για ένα καλύτερο μέλλον, ξεκινώντας από την επαγγελματική τους αποκατάσταση.

Ας ελπίσουμε να γίνουμε κοινωνοί ακόμη περισσότερων αντίστοιχων δράσεων και να ακολουθήσουν και άλλοι αυτό το μονοπάτι μιας πρώτης αλλά τόσο σημαντικής ευκαιρίας..

Κοινοποιήστε το άρθρο:
The following two tabs change content below.

Πωλίνα Ζέρβα

Ονομάζομαι Πωλίνα Ζέρβα και είμαι πτυχιούχος του τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Η έρευνά μου ήταν πάνω στον τομέα της Ψυχολογίας της Υγείας και συγκεκριμένα σε γυναίκες με καρκίνο μαστού. Έχω παρακολουθήσει το  Πρόγραμμα Ψυχιατρικής Κλινικής Ενηλίκων στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "Σισμανόγλειο" και είμαι κάτοχος πιστοποιήσεων και σεμιναρίων στην ανάλυση της συμπεριφοράς, στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην θετική ψυχολογία, στην ψυχιατροδικαστική και ψυχοπαθολογία. Έχω εργαστεί σε δομή παιδιών και εφήβων με συμπτωματολογία όπως αγχώδεις διαταραχές, φοβίες, διαταραχές προσωπικότητας, σωματόμορφες διαταραχές, διαταραχές στην πρόσληψη τροφής και ψυχώσεις και έχω πραγματοποιήσει ομιλίες σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών "Δρομοκαΐτειο". Είμαι μέλος της ομάδας του CSI Institute, όπου συμμετέχω με τη συγγραφή άρθρων, στη γραμμή υποστήριξης καθώς και σε εκπαιδευτικές δράσεις και σεμινάρια.