Ανθρώπινες Σχέσεις, Εγκλήματα, Κοινωνία, Ψυχική υγεία

Μελετώντας «τo έγκλημα του μαχαιριού»

Με αφορμή την πρόσφατη επίθεση με μαχαίρι σε πολίτες στην περιοχή του Ζωγράφου το πρωί της Τετάρτης, με αποτέλεσμα ένας εξ αυτών να νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση, κρίνεται απαραίτητη η συζήτηση γύρω από τις σωματικές απόπειρες τραυματισμού στο δρόμο από αγνώστους, οι οποίες εδώ και πολλά χρόνια προκαλούν την ανησυχία του κοινωνικού συνόλου, καθώς δεν φαίνεται να φθίνουν με την πάροδο του χρόνου, αντιθέτως παρατηρούνται και σημειώνονται ολοένα και περισσότερα περιστατικά. Μια συζήτηση γύρω από το «έγκλημα του μαχαιριού», ή αλλιώς το “knife crime”, έχει την δυνατότητα να ξεδιαλύνει ορισμένες πτυχές αυτών των επιθέσεων.

Τι θεωρείται “knife crime”;

Η ορολογία “knife crime” προέρχεται από την Αγγλία, καθώς το φαινόμενο έγινε ιδιαίτερα αισθητό στους δρόμους και τις γειτονιές της. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Γραφείο Εθνικών Στατιστικών της χώρας, το έτος του 2020 σημειώθηκαν περίπου 46.000 παραβάσεις που αφορούσαν τη χρήση μαχαιριού ή αιχμηρού οργάνου, και κατά το έτος 2019 πραγματοποιήθηκαν 259 ανθρωποκτονίες με αιχμηρό όργανο, συμπεριλαμβανομένων μαχαιριών και σπασμένων φιαλών, που αντιπροσωπεύουν το 39% όλων των ανθρωποκτονιών της χώρας.

Το “knife crime” εμπεριέχει οποιαδήποτε σωματική απειλή ή επίθεση που επιτελείται με την χρήση μαχαιριού ή ανάλογου αιχμηρού αντικειμένου, καθώς και την κατοχή απαγορευμένων από τον νόμο μαχαιριών ή ανάλογων αιχμηρών αντικειμένων που ο σχεδιασμός τους έχει ως σκοπό τον τραυματισμό τρίτων. Πρόκειται για ένα ποινικοποιημένο αδίκημα, που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ποινές και φυλάκιση, οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τις συνθήκες του εκάστοτε περιστατικού.

Εγκλήματα που πραγματοποιούνται με χρήση μαχαιριού μπορεί να επιφέρουν σοβαρούς τραυματισμούς, μέχρι και θάνατο. Αρκεί κάποιος να αναλογιστεί ότι τα αιχμηρά όργανα αντιστοιχούν μεταξύ 30% και 40% όλων των ανθρωποκτονιών, καθιστώντας τα την πιο κοινή ενιαία μέθοδο θανάτωσης. Οι προθέσεις ενός δράστη συχνά πηγάζουν από την ανάγκη για χρήματα ή απόκτηση κάποιου αντικειμένου, τα οποία διαθέτει κάποιος τρίτος, χωρίς αυτό να αποκλείει και την χρήση του για σκοπούς επίθεσης, αυτοάμυνας ή επίδειξης εξουσίας. Άλλωστε, η κατοχή και χρήση τέτοιων αντικειμένων παρατηρείται έντονα στην κουλτούρα των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και σε νεαρά ανήλικα άτομα. Ωστόσο έχει σημειωθεί χρήση τους και από υποκείμενα που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές, όπως στην περίπτωση της επίθεσης στην περιοχή του Ζωγράφου, τα οποία δεν αντιλαμβάνονται πλήρως τις κινήσεις τους, λόγω έλλειψης λογικής και έξαρσης συναισθημάτων που αδυνατούν να διαχειριστούν, με αποτέλεσμα είτε να αυτοτραυματίζονται, είτε να τραυματίζουν αγνώστους τρίτους.

Συνήθη θύματα τραυματισμών ή θανάτωσης από μαχαίρι αποτελούν τα ανήλικα παιδιά και οι έφηβοι, οι μειονοτικές ομάδες, τα μέλη συμμοριών, καθώς και πολίτες που βρίσκονται στο λάθος μέρος την λάθος στιγμή και ενεπλέκονται ακούσια σε περιστατικά έξαρσης βίας, ληστειών, ή και σεξουαλικών επιθέσεων. Επίσης έχει παρατηρηθεί ότι άτομα που έχουν στην κατοχή τους μαχαίρια και αιχμηρά αντικείμενα καθημερινά και κυκλοφορούν με αυτά καθημερινά, έχουν περισσότερες πιθανότητες να θυματοποιηθούν κάποια στιγμή μέσω ενός εγκλήματος που θα περιλαμβάνει μαχαίρι.

Συμπερασματικά, αρκεί κάποιος να αναλογιστεί πως το μαχαίρι αποτελεί ένα αντικείμενο που βρίσκεται σε οποιοδήποτε σπίτι, αποτελεί μέρος των εργαλείων της κουζίνας και όχι μόνο, επομένως πρόκειται για ένα άμεσα διαθέσιμο «όπλο», το οποίο δεν απαγορεύεται ρητά από τον νόμο. Αυτό το καθιστά αυτομάτως ένα πολύ εύκολο μέσο επιθέσεων, και ταυτόχρονα ένα μέσο εξαιρετικής επικινδυνότητας, που στην κατοχή ενός ακατάλληλου ατόμου μπορεί να αποβεί μοιραίο.

Η πρόληψη τέτοιων περιστατικών καθίσταται προβληματική, καθώς σε πολλές περιπτώσεις δεν δύναται η πρόβλεψη των επιθετικών αυτών κινήσεων, πρόκειται για επιθέσεις εν βρασμώ ψυχής ή και προμελετημένες, οι οποίες δύσκολα μπορούν να αποτραπούν. Τα αυξημένα επικινδυνότητας άτομα, τα οποία έχουν υπάρξει τρόφιμοι κάποια χρονική περίοδο σε ψυχιατρικές κλινικές για παράδειγμα ή πάσχουν από κάποια ψυχική νόσο που δεν έχει ακόμα διαγνωστεί, δεν δύνανται να παρακολουθούνται για σημάδια υποτροπιασμού. Οι συμμορίες ανηλίκων και ενηλίκων από την άλλη αποτελούν αδιάσπαστες ομάδες που δύσκολα βρίσκονται μπροστά στην δικαιοσύνη, καθώς έχουν εκπαιδευτεί να διαφεύγουν αυτής μέσω της βίας. Αυτό αυτόματα δυσχεραίνει το έργο των αστυνομικών δυνάμεων στην σύλληψη τους και διαιωνίζει το πρόβλημα στους δρόμους και στις γειτονιές.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό για τo “knife crime” είναι η μη προβλέψιμη φύση του και η πολυπλοκότητα του εκάστοτε περιστατικού, όπως συμβαίνει άλλωστε και με άλλα εγκλήματα. Η ευκολία πρόσβασης στο συγκεκριμένο αντικείμενο φαίνεται πως περιπλέκει ολοένα και περισσότερο την πρόληψη του φαινομένου, και η αύξηση της εγκληματικότητας στους δρόμους και κατ’ επέκταση η μείωση του αισθήματος ασφάλειας, μαζί με την αδυναμία ολοκληρωτικής παρακολούθησης των «μη εχόντων σώας τας φρένας» προκαλεί την χρήση και κατοχή μαχαιριών και αιχμηρών αντικειμένων από ποικίλα άτομα μέσα σε μια κοινότητα.

Τα μαχαίρια – όπως και τα όπλα, τα ρόπαλα και τα κατσαβίδια– πλαισιώνουν μια δυνητική έκφραση βίας. Τα μαχαιρώματα δεν προκαλούνται απλώς από την παρουσία ενός μαχαιριού. Πιο ουσιαστικό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο βρίσκουν καταφύγιο οι βίαιες αυτές εξάρσεις. Το πλαίσιο αυτό οφείλει να μελετάται και να αντιμετωπίζεται σε όλες του τις εκφάνσεις, είτε αυτές αποκαλούνται υποκουλτούρες του δρόμου, οργανωμένο έγκλημα και συμμορίες, είτε ψυχικές διαταραχές, είτε κοινωνική ανισότητα, φτώχεια, ρατσισμός και αποκλεισμός.

Πηγές:

https://crimestoppers-uk.org/keeping-safe/community-family/knife-crime-in-detail

The following two tabs change content below.

Τζίνα Λαγκαδινού

Ονομάζομαι Γεωργία Λαγκαδινού, είμαι Μεταπτυχιακή Απόφοιτη Εγκληματολογίας από το KU Leuven Πανεπιστήμιο του Βελγίου, με ειδίκευση στο σεξουαλικό έγκλημα και τις εκφάνσεις του στον κυβερνοχώρο. Με προπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και πιστοποίηση τετράμηνου σεμιναρίου στον κλάδο της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εθελόντρια (αρθρογράφος - υποστήριξη κοινού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στο Διεθνές Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας, με έδρα την Αθήνα (CSI Institute).