Γράφει η Τζίνα Λαγκαδινού, Μεταπτυχιακή Απόφοιτη Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου KU Leuven

Η ελεύθερη έκφραση της σεξουαλικότητας αποτελεί ένα αναφαίρετο και θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου, αναγνωρισμένο από την πλειοψηφία των χωρών ανά τον κόσμο, οι οποίες θεσμοθετούν τόσο την άσκηση του, όσο και την παραβίαση του. Όσον αφορά την παραβίαση του, αυτή λαμβάνει χώρα μέσω των σεξουαλικών εγκλημάτων, εγκλήματα που προκαλούν μια μεγάλη ανησυχία στο ευρύ κοινό, λόγω της φύσης τους αλλά και λόγω του υψηλού βαθμού βίας με τον οποίο συχνά συσχετίζονται.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, τα σεξουαλικά εγκλήματα ορίζονται ως «οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη, απόπειρα σεξουαλικής πράξης, ανεπιθύμητα σεξουαλικά σχόλια ή ενέργειες για σωματεμπορία, ή ενέργεια που με οποιοδήποτε άλλο τρόπο κατευθύνεται κατά τη σεξουαλικότητα ενός ατόμου με καταναγκασμό, από οποιοδήποτε πρόσωπο, ανεξάρτητα από τη σχέση τους με το θύμα, σε οποιοδήποτε μέρος, που περιλαμβάνει το σπίτι και την εργασία αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά».

Οι σεξουαλικές ελευθερίες και δικαιώματα που καταπατώνται κατά την διάρκεια τέτοιων εγκλημάτων αφορούν:

  • Το δικαίωμα να αναπτύσσει το άτομο σεξουαλική δραστηριότητα εφόσον το θέλει
  • Το δικαίωμα να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα καθόσον θέλει
  • Το δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με όποιον θέλει (εξυπακούεται και με όσους θέλει)
  • Το δικαίωμα να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα όποτε θέλει
  • Το δικαίωμα να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα όπως θέλει
  • Το δικαίωμα να τυποποιεί (νομικά) την υπάρχουσα σχέση εφόσον, καθόσον, με όποιον, όποτε και όπως θέλει

Στην πλειοψηφία τα σεξουαλικά εγκλήματα διαπράττονται από το άρρεν φύλο, με τα συνήθη θύματα να αποτελούνται τόσο από γυναίκες και την ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, όσο και από παιδιά. Σκοπό του θύτη αποτελεί κυρίως η σεξουαλική διέγερση του, η επιβολή εξουσίας και δύναμης στο θύμα του, καθώς και η λήψη ικανοποίησης που δημιουργείται με την αντίσταση αυτού στην θυματοποίηση του. Λαμβάνοντας υπόψη τα τελευταία τεκταινόμενα στην χώρα μας και το περιστατικό με την δυνάμει σεξουαλική επίθεση εις βάρος μιας νεαρής κοπέλας στην Νέα Σμύρνη, κρίνεται απαραίτητη τόσο η μελέτη όσο και η ανάλυση τέτοιων περιστατικών, που αποτελούν ένα πλέον σύνηθες φαινόμενο και ειδεχθές έγκλημα που δεν πρέπει πλέον να αποσιωπάται.

Τα άτομα που προσβάλλουν την γενετήσια ελευθερία δεν αποτελούν μία ομοιογενή ομάδα και αυτό είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμιστεί. Δεν διακρίνονται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, ούτε προέρχονται από αποκλειστικά προβληματικές οικογενειακές δομές. Κάτι που τάραξε την κοινή γνώμη στο πρόσφατο αυτό περιστατικό της Νέας Σμύρνης είναι η ευπρεπής εξωτερική εμφάνιση, η ηλικία, και το κοινωνικό background του δράστη, καθώς πρόκειται για έναν Έλληνα νεαρό, με σπουδές και σταθερή δουλειά. Ωστόσο, αυτή η εικόνα δεν συνάδει με το στερεοτυπικό πρότυπο που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία σχετικά με τους δράστες των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και αυτό σόκαρε την κοινή γνώμη.

Κάτι το οποίο συχνά δεν λαμβάνεται υπόψη είναι ο ελάχιστος αριθμός καταγγελιών που καταχωρούνται και καταγράφονται, σε σχέση με τον αριθμό σεξουαλικών επιθέσεων και κακοποίησης που λαμβάνουν χώρα. Το φαινόμενο του βιασμού διακρίνεται από έναν «σκοτεινό αριθμό», που δεν αφήνει περιθώρια ώστε να μελετηθεί πλήρως το προφίλ του εγκληματία, ούτε να αναδυθούν τα ποικίλα πρόσωπα τέτοιων ενεργειών. Επομένως, δεν δύναται να γνωρίζουμε στο 100% τα κοινά χαρακτηριστικά των δραστών, από την στιγμή που δεν έρχονται στο προσκήνιο όλες οι εμπειρίες των θυμάτων. Μέχρι στιγμής είναι ξεκάθαρο ότι ούτε η ηλικία, ούτε η κοινωνικό-οικονομική κατάσταση, ούτε η καταγωγή αποτελούν παραμέτρους που σηματοδοτούν έναν δράστη σεξουαλικών επιθέσεων.

Ένας κοινός παρονομαστής μεταξύ δραστών αποτελεί κυρίως η γαλούχηση τους μέσω του πατριαρχικού προτύπου που διέπει μέχρι και σήμερα την κοινωνία. Σύμφωνα με αυτό το πρότυπο, οι άνδρες οφείλουν να επιβάλλονται στην ελεύθερη βούληση τόσο των γυναικών όσο και των παιδιών ή και οποιουδήποτε δεν υπηρετεί επάξια την «ανδρική φύση» και τα ορισμένα πρότυπα. Οποιαδήποτε βίαιη πράξη δικαιολογείται καθώς το άτομο που δέχεται την επίθεση του δράστη αξίζει μια τέτοια συμπεριφορά, αξίζει να συνετιστεί και να τιμωρηθεί παραδειγματικά για την ανυπακοή στην βούληση και υπεροχή του άνδρα. Έτσι και σε περιπτώσεις βιασμού, οι άνδρες χαρακτηρίζονται ως μη εγκρατείς, ως αυθόρμητα άτομα με ανεβασμένα επίπεδα τεστοστερόνης που δεν μπορούν να διαχειριστούν τις ορμές τους. Τέτοιοι χαρακτηρισμοί αδυνατούν να εφιστήσουν την προσοχή στην εγκληματικότητα των πράξεων και καταλήγουν απλά να δικαιολογούν αδικαιολόγητες επιθέσεις, εξαιρετικά βλαβερές για τα θύματα αλλά και για την ευρύτερη κοινωνία.

Μέχρι και το περιστατικό που συνέβη στην Νέα Σμύρνη, με παρουσία κάμερας που καθιστούσε τα στιγμιότυπα ξεκάθαρα, αμφισβητήθηκε. Συζητήθηκε τόσο η ώρα που γύρισε η κοπέλα σπίτι της, όσο και το τι φορούσε. Ειπώθηκε ότι το συμβάν ήταν στημένο από την κοπέλα για να εκδικηθεί τον συγκεκριμένο νεαρό. Κρίθηκε το γιατί περπατούσε αργά και ψύχραιμα προς το σπίτι της αντί να πανικοβληθεί και να αρχίσει να τρέχει. Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί αδυνατούν να συλλάβουν την πλευρά του θύματος και είναι βαθιά ριζωμένοι στο σκεπτικό της ευρείας κουλτούρας του βιασμού, της κουλτούρας του “victim blaming”, των προβληματικών πατριαρχικών στερεοτύπων που εν έτει 2021 ακόμα αδυνατούν να αποβληθούν από την ελληνική πραγματικότητα.

Η οικογένεια του δράστη αναφέρθηκε στο ότι δεν είχε δώσει στόχο το παιδί τους και στο πόσο μορφωμένος είναι. Ωστόσο, ο νεαρός αυτός έχει κατηγορηθεί για πολλαπλές ακόμα επιθέσεις, καθώς ταυτοποιήθηκε και από άλλες κοπέλες που βρέθηκαν σε παρόμοια θέση με το θύμα που μίλησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα δράστη που διαπράττει κατά συρροή σεξουαλικές επιθέσεις σε κοπέλες εδώ και μήνες, και η κάμερα της μίας εξ αυτών κατάφερε να τον ξεμπροστιάσει. Αν αναλογιστούμε πόσες ανάλογες υποθέσεις και πόσοι ανάλογοι δράστες έχουν διαφύγει της δικαιοσύνης επειδή δεν πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω, τα αποτελέσματα θα είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτικά.

Ποια είναι η λύση λοιπόν;

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι περισσότερες κάμερες πρέπει να εγκαθίστανται ώστε να έρχονται στο μέλλον στην επιφάνεια ευκολότερα οι ταυτότητες των δραστών. Οι κάμερες όμως δεν αποτελούν πανάκεια. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια σωστή ανατροφή, προερχόμενη πρωτίστως από το σπίτι, η οποία θα γαλουχήσει τα νεαρά αγόρια να σέβονται την συναίνεση των υπολοίπων και τα δικαιώματα των γύρω τους. Ούτε θα παραδειγματιστούν κατάλληλα οι επίδοξοι μελλοντικοί δράστες, ώστε να αποφεύγονται ανάλογες καταστάσεις. Ο βιασμός και η επιχείρηση του πρόκεινται για πράξεις διαστροφής, που καλλιεργούνται σε πατριαρχικά καθεστώτα και ευδοκιμούν μέσω της αδιαφορίας της κοινωνίας. Από την στιγμή που εκλείπει το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής και συμπεριφοράς από τα σχολεία και οι γονείς αμελούν να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους σχετικά με αυτά τα θέματα, από την στιγμή που η κοινωνία κατηγορεί τα θύματα αντί για τους θύτες με αποτέλεσμα να τους ενθαρρύνει, και από την στιγμή που δεν υπάρχει μια οργανωμένη και συντονισμένα δράση και απάντηση απέναντι σε τέτοιου είδους επιθέσεις, ανάλογα περιστατικά δυστυχώς δεν θα πάψουν να υφίστανται. Επιπλέον, αν δεν εκπαιδευτούν και ενημερωθούν για την σωστή αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών τα σώματα ασφαλείας, οι δικαστικοί αλλά και οι υγειονομικοί φορείς που έρχονται σε επαφή τόσο με το θύμα όσο και με το δράστη, τα σεξιστικά στερεότυπα και η δευτερογενής θυματοποίηση θα συνεχίσουν να διαιωνίζονται.

Ωστόσο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατέχουν μια πρωτόγνωρη δύναμη που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν μπορούν να ελέγξουν και αποτελούν μία επιτυχημένη δίοδο δημοσιοποίησης. Τα ΜΜΕ συνήθως δημιουργούν ρεπορτάζ με όρους θεάματος. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν έναν πιο διάφανο χαρακτήρα, με ικανότητα αφιλτράριστης καταγραφής της αλήθειας. Και κάτι τέτοιο είναι απόλυτα θεμιτό στις περιπτώσεις των βιασμών και των σεξουαλικών επιθέσεων. Περισσότεροι άνθρωποι ενημερώνονται, περισσότερα θύματα ενθαρρύνονται να μιλήσουν, περισσότερη η πίεση στο κράτος για μια σωστά οριοθετημένη απάντηση, περισσότερη αναγνώριση για τα επικίνδυνα πρόσωπα των δραστών. Οι ιστορίες δεν έχουν πλέον μια μόνο πλευρά, τη δημοσιογραφική, αλλά έχουν και τις απόψεις του καθημερινού λαού, που παρακολουθεί και καταγράφει τα περιστατικά που συμβαίνουν γύρω του. Και φέρνουν μπροστά στην δικαιοσύνη άτομα που μέχρι πρότινος ξέφευγαν αυτής.

Τα θύματα θα σταματήσουν να φοβούνται, όταν οι θύτες αρχίσουν να ανησυχούν πραγματικά για τις επιπτώσεις των πράξεων τους. Όταν κανείς δεν θα μένει ατιμώρητος και η κοινωνία αγκαλιάσει τις κακοποιημένες και τρομαγμένες γυναίκες/παιδιά, καθώς και τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Όταν δεν θα μας νοιάζει τι θα φορέσουμε, τι ώρα θα γυρίσουμε σπίτι μας, ποιος θα μας κακολογήσει, πώς αυτοπροσδιοριζόμαστε και εάν θα λάβουμε βοήθεια και όχι αμφισβήτηση σε περίπτωση που κάτι μας συμβεί.

Ο βιασμός και οι απόπειρες του δεν είναι τυχαία αποσπασματικά γεγονότα που διαταράσσουν την ηρεμία και την τάξη της κοινωνίας. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα και μάχη όλων των γυναικών και των ευάλωτων ομάδων απέναντι στο πατριαρχικό πρότυπο, που θεωρούν τον εαυτό τους ευλογημένο αν δεν τους έχει τύχει μια τέτοια επίθεση μέχρι στιγμής. Και αυτός είναι ένας πολύ οξύμωρος τρόπος για να νιώθει κανείς τυχερός.

Καμία και κανένας μόνοι απέναντι στην επιβολή της πατριαρχίας, στην κουλτούρα του βιασμού, και σε οποιαδήποτε τοξική υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.