Ανθρώπινες Σχέσεις, Εγκλήματα, Κοινωνία

Γυναικοκτονία | Γιατί ο όρος δημιουργεί θυελλώδεις αντιδράσεις στην κοινή γνώμη;

Κοινοποιήστε το άρθρο:

Ο όρος «γυναικοκτονία» συνεχίζει να δέχεται λογοκρισία και πυρά, ακόμα και μετά από τις τελευταίες ανθρωποκτονίες από πρόθεση γυναικών στην χώρα μας, που έχουν απασχολήσει τόσο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όσο και την κοινή γνώμη. Οι γυναικοκτονίες είναι δολοφονίες γυναικών λόγω του φύλου τους, με δράστες στην πλειονότητα των περιπτώσεων κακοποιητικούς συζύγους, συντρόφους και συγγενείς, που ασκούν χρόνια βία στα θύματα. Οι βασικές ενστάσεις γύρω από την λέξη συνίστανται τόσο για την προσοχή του όρου γύρω από το φύλο του θύματος, όσο και γύρω από το φύλο του θύτη. Ποικίλα σχόλια αναφέρονται στο γιατί αντίστοιχα να μην υπάρχει ο όρος «ανδροκτονία». Γιατί όλες οι δολοφονίες να μην συγκαταλέγονται κάτω από τον όρο «ανθρωποκτονία»; Γιατί απαιτείται η χρήση του όρου «γυναικοκτονία»; Πρεσβεύει αυτός ο όρος την ισότητα των δύο φύλων όπως προτάσσει ο φεμινισμός;

Με αφορμή τέτοιες και ανάλογες ερωτήσεις, καταλήγει κάποιος να βλέπει το δέντρο αλλά να χάνει το δάσος. Κάπως έτσι εθελοτυφλεί μπροστά σε ένα φαινόμενο που έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις στην ελληνική κοινωνία. Κάπως έτσι δικαιολογεί αδικαιολόγητες πράξεις που λαμβάνουν χώρα εδώ και πολλά χρόνια αλλά μόνο τώρα ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Τα κίνητρα και οι κινήσεις ενός δράστη είναι αυτά που καθορίζουν την φύση του εγκλήματος ως «γυναικοκτονία», δηλαδή η επιθυμία του να ασκήσει εξουσία πάνω σε ένα σώμα, μαζί με την ανάγκη του για κτήση και «σωφρονισμό» του γυναικείου σώματος όταν αυτό δεν υποτάσσεται στην βούληση του. Σαν η ζωή μιας γυναίκας να έχει δεύτερο ρόλο στο σενάριο, σαν το σώμα και η προσωπικότητα της να μην αξίζουν σεβασμό, σαν το ίδιο της το φύλο να την κατατάσσει σε μια υποδεέστερη κατηγορία που αντίστοιχα χρήζει εκμετάλλευσης και κακοποίησης.

Φαίνεται ο όρος «γυναικοκτονία» να ενοχλεί ένα μεγάλος μέρος του πληθυσμού. Συμπερασματικά, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού αδυνατεί να ταυτιστεί και να αποδεχτεί την επιβολή της πατριαρχίας στην κοινωνία μας, που εν έτη 2021 παραμένει κυρίαρχη. Υποστηρίζει ότι αυτά τα φαινόμενα έχουν απήχηση σε τριτοκοσμικές χώρες, στις οποίες η βία απέναντι στις γυναίκες αποτελεί μέρος μιας κουλτούρας. Φαίνεται σαν να έχει χειραγωγηθεί ώστε να μην μπορεί να παραδεχτεί ότι και η δική του χώρα αποτελείται από μια έμφυλης βίας κουλτούρα, για αυτό και αντιμετωπίζουμε περιστατικά γυναικοκτονίας ολοένα και περισσότερο. Οι «τριτοκοσμικές» χώρες της Λατινικής Αμερικής, που έχουν υιοθετήσει τον όρο «γυναικοκτονία» στην νομοθεσία τους, έχουν αποδεχτεί την έκταση του φαινομένου, και έχουν συλλάβει την σοβαρότητα της κατάστασης, συντονίζοντας έτσι μια κρατική προσπάθεια για την αντιμετώπιση της. Η αναγνώριση και η κωδικοποίηση της γυναικοκτονίας σε εθνικό επίπεδο, καθώς και οι αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση που λάβει χώρα ένα τέτοιο έγκλημα, φαίνεται πως μπορούν να συμβάλουν στη διαλεύκανση τέτοιων περιστατικών, στην παραγωγή πιο αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων, στην αλλαγή του γενικότερου δημόσιου λόγου γύρω από την έμφυλη  βία, αλλά και στην αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού.

Ωστόσο, το ελληνικό νομικό πλαίσιο ακόμα δεν αναγνωρίζει τον όρο «γυναικοκτονία». Έτσι οποιαδήποτε μάχη για την εγκαθίδρυση του όρου στον κοινό τρόπο σκέψης πολλές φορές καταλήγει να είναι μάταια. Πρόκειται για ένα αναποτελεσματικό Νομικό Κώδικα που αδυνατεί να απευθύνει τον λόγο και να καταπατήσει τέτοιες εγκληματικές εκφάνσεις, αφήνοντας απροστάτευτες τις γυναίκες και εκδικάζοντας τις υποθέσεις τους ακατάλληλα. Η Κάρολαϊν, η Ελένη, η Γαρυφαλλιά και οι ιστορίες τους ακόμα διασύρονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η Κάρολαϊν, η Ελένη και η Γαρυφαλλιά δεν έζησαν για να δουν να αποδίδεται δικαιοσύνη στα πρόσωπα τους, και η δικαιοσύνη φαίνεται να λειτουργεί υπέρ των κακοποιητών τους. Οι οικογένειες τους ακόμα αποτελούν έρμαια των δημοσιογράφων που μετέτρεψαν τον θάνατο τους σε πρωτοσέλιδα και βαθυστόχαστες λεζάντες στα ειδησεογραφικά δελτία.  Ο τύπος σιγά σιγά, και ακόμα δειλά θα έλεγε κανείς, αρχίζει να κάνει χρήση του όρου «γυναικοκτονία» στην αρθρογραφία και στην δημοσιογραφία, ωστόσο πολλές φορές με σκοπό να φτάσει τα επιθυμητά νούμερα αναγνωστών και θεατών.

Αυτό δεν είναι αρκετό. Μια συντονισμένη απάντηση, προερχόμενη από ποικίλους φορείς, αλλά και από το κράτος και την νομοθεσία, οφείλει να λάβει χώρα για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο. Δεν πρόκειται για κακές στιγμές, ούτε για «στραβωμένες» φάσεις. Πρόκειται για τις ζωές δεκάδων γυναικών που κατέληξαν στα χέρια ή από τα χέρια αγαπημένων τους προσώπων. Πνιγμένες, χτυπημένες, ασφυκτιώντας και παλεύοντας για την ζωή τους. Η κοινωνία χρωστάει σε καθεμία από αυτές. Ξεκινώντας με την αποδοχή του ονόματος του φαινομένου και της πραγματικότητας της έμφυλης βίας που λαμβάνει χώρα καθημερινά. Και παύοντας την αντιστοίχιση των γυναικοκτονιών με των δολοφονιών ανδρών, καθώς τα στατιστικά μιλούν από μόνα τους. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους σύγκριση, αλλά για ανθρώπινες ζωές που χάνονται λόγω του φύλου τους και των προβληματικών κοινωνικών δομών που τις περικλείουν και τις ασφυκτιούν.

Πηγές:https://theartofcrime.gr/η-γυναικοκτονία-femicide-feminicide-στην-αργεντινή-κ/?fbclid=IwAR3xqZPECng7ziFhDpGhW_hTGrpbvuKpdoF7faHwP7CNTEmyh7KQ_DbJMy0

 

Κοινοποιήστε το άρθρο:
The following two tabs change content below.

Τζίνα Λαγκαδινού

Ονομάζομαι Γεωργία Λαγκαδινού, είμαι Μεταπτυχιακή Απόφοιτη Εγκληματολογίας από το KU Leuven Πανεπιστήμιο του Βελγίου, με ειδίκευση στο σεξουαλικό έγκλημα και τις εκφάνσεις του στον κυβερνοχώρο. Με προπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και πιστοποίηση τετράμηνου σεμιναρίου στον κλάδο της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εθελόντρια (αρθρογράφος - υποστήριξη κοινού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στο Διεθνές Ινστιτούτο Κυβερνοασφάλειας, με έδρα την Αθήνα (CSI Institute).