Get a life και άσε τους άλλους να ζουν τη δική τους ζωή όπως θέλουν

Από την Αλίκη Τσίκα,

Έχουμε άραγε παρατηρήσει ότι πλέον στα social media έχουμε κάνει το κουτσομπολιό δόγμα και την κλειδαρότρυπα χόμπι;

Κουτσομπολιό ή κοινωνικός σχολιασμός ή όπως το λέει ο καθένας μας τελοσπάντων, υπήρχε πάντα. Από τις πλατείες και τις παρέες μέχρι τα έντυπα και τις εκπομπές τέτοιου περιεχομένου, όλοι βρίσκαμε την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξουμε λίγο τις ζωές των άλλων. Όμως πλέον στα social media φαίνεται ότι δεν κάνουμε τίποτα άλλο από τα κοιτάμε μόνο τις ζωές των άλλων.

Έχουμε αναρωτηθεί κατά πόσο είναι υγιές να ψάχνουμε όλη μέρα, κάθε μέρα που είναι οι άλλοι, τι φοράνε, αν νιώθουν ευλογημένοι στην οποιαδήποτε τοποθεσία, αν έχουν σχέση ή χώρισαν, που πήγαν με τους φίλους τους, που είναι ο πρώην, που είναι ο νυν, που είναι οι κολλητοί… Κατά πόσο είναι λοιπόν υγιές, να μην ξέρουμε για τον εαυτό μας και τη δική μας ζωή, όσα ξέρουμε για τους άλλους;

Το να νοιάζεσαι και να επιδεικνύεις ενδιαφέρον για τους δικούς σου ανθρώπους, δεν είναι μόνο υγιές αλλά και επιβεβλημένο. Όμως πρώτον οι δικοί μας άνθρωποι δεν είναι οι ψηφιακοί στρατοί ακολούθων και φίλων που ο καθένας «κατέχει» στα social media, είναι αυτοί που θα βγεις μαζί τους να συζητήσεις από κοντά, αυτοί που θα εμπιστευτείς τα προβλήματα σου, αυτοί που θα μοιραστείς μαζί τους ένα φαγητό και ένα ποτό, αυτοί που θα κάτσεις δίπλα τους στο ίδιο τραπέζι, αυτοί που θα καλέσεις σπίτι σου για παρέα. Δεύτερον δεν είναι πραγματικό ενδιαφέρον το πεισματικό κουτσομπολιό. Ενδιαφέρον είναι το να σηκώσεις το τηλέφωνο για να δεις τι κάνει ο φίλος σου, να ακούσεις τον άλλον χωρίς απαραίτητα να μιλήσεις, να σταθείς το πλευρό του χωρίς να σου το ζητήσει, να προσφέρεις εκεί που μπορείς.

Άρα η συνεχής παρακολούθηση του άλλου, όσο και αν επιμένουμε να την βαφτίζουμε ενδιαφέρον, δεν είναι τίποτα άλλο από την ανάγκη να συγκριθούμε με τους άλλους και με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ή να αναδείξουμε τους εαυτούς μας καλύτερους ή να κοντραριστούμε μαζί τους. Εξού και η πρακτική του «αυτός ανέβασε την έξοδο, θα την ανεβάσω και εγώ από πιο «χάι» μαγαζί». Μία ανηλεής κόντρα για το ποιος θα προσφέρει στο κοινό το πιο ζουμερό κουτσομπολιό. Όταν δε κάποιος επιλέγει συνειδητά να απέχει από την κόντρα αυτή, οι περισσότεροι τείνουν να συμπεραίνουν ότι για να μην μας λέει τι κάνει, μάλλον δεν κάνει τίποτα.

Θα πει βέβαια κάποιος ότι δεν φταίνε αυτοί που παρακολουθούν αλλά αυτοί που ποστάρουν τα πάντα. Δυστυχώς όμως αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μία δικαιολογία. Διότι και στην τηλεόραση υπάρχει πληθώρα προγραμμάτων, όμως εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τι θα παρακολουθήσουμε και έτσι προωθούμε ή απέχουμε από ένα προϊόν. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στα social media.

Οι ζωές των περισσότερων, από επιλογή των ιδίων, μας προσφέρονται ως ψυχαγωγικά προϊόντα προς παρακολούθηση. Όμως η επιλογή για το αν θα τα παρακολουθήσουμε ή όχι, είναι αυστηρά και μόνο δική μας. Και ίσως αν όλοι απείχαμε από αυτήν την παρακολούθηση, να στέλναμε και το μήνυμα στους άλλους ότι δεν είναι και ότι καλύτερο το να εμπορευματοποιείς την ίδια σου τη ζωή.

Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης μπορεί κάλλιστα να εφαρμοστεί και εδώ, αφού είμαι σίγουρη ότι εάν αρνούμασταν το κουτσομπολιό που μας προσφέρεται απλόχερα, σταδιακά αυτό θα έτεινε να εξαφανιστεί εφόσον «δεν πουλάει». Δεν μπορούμε λοιπόν να προβάλλουμε ως δικαιολογία το «μου το δίνουν άρα το παίρνω». Θες και το παίρνεις, θες και παρακολουθείς, θες να προβάλλεσαι, θες να συγκρίνεσαι, θες να επικρατείς.

Get a life λοιπόν και άσε τους άλλους να ζουν τη δική τους ζωή όπως θέλουν. Δε σε αφορά, δε μας αφορά!

 

 

2019-06-21T18:05:40+00:00