Ψηφιακή Κοινωνία και Μορφές Κοινωνικής Παθογένειας: Η περίπτωση του διαδικτυακού εκφοβισμού

Aπό την Μαρία Μουζάκη, 

 

Παρατηρώντας το σύγχρονο κοινωνικό-πολιτιστικό περιβάλλον εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, τον καθοριστικό ρόλο της τεχνολογίας σε αυτό. Η τεχνολογία εισέρχεται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, άλλοτε για να διευκολύνει το άτομο, ακόμα και από την λήψη δύσκολων αποφάσεων και άλλοτε για να ενημερώσει, να εκπαιδεύσει ή και για να τον κοινωνικοποιήσει.

Η μη σωστή χρήση της εγκυμονεί μία σειρά κινδύνων, με δυσμενείς επιπτώσεις τόσο σε μακρο-επίπεδο, στην κοινωνία, όσο και σε μίκρο-επίπεδο, στο ίδιο το άτομο. Παραβατικές, αντικοινωνικές συμπεριφορές σημειώνονται και στο ψηφιακό περιβάλλον, υποδεικνύοντας την αλληλεξάρτηση της ψηφιακής κοινωνίας και της κοινωνικής πραγματικότητας. Στην ουσία παραδοσιακές μορφές εκφοβισμού και επιθετικότητας, αναπτύσσονται, παρουσιάζοντας διαφορετικά χαρακτηριστικά, έχοντας ωστόσο κοινή προέλευση και το ίδιο αντίκτυπο. Υπό αυτές τις συνθήκες αναδεικνύεται η σημασία της σωστής ενημέρωσης και εκπαίδευσης του πολίτη, προκειμένου να καταστεί ενεργός, ψηφιακός πολίτης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την ψηφιακή ιθαγένεια, στην οποία θα πρέπει το άτομο να εκπαιδεύεται ήδη από την παιδική ηλικία, με σκοπό η ψηφιακή ένταξη να είναι αποτελεσματική και επιτυχής. Δυστυχώς η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονα φαινόμενα παθογένειας στο ψηφιακό περιβάλλον, το οποίο και εντάσσεται στην απουσία της σωστής κατάρτισης του εκπαιδευτικού προσωπικού και του οικογενειακού περιβάλλοντος σε ψηφιακά ζητήματα.

Ένα από αυτά τα προβλήματα είναι ο διαδικτυακός εκφοβισμός ή cyberbullying, όπως είναι ευρέως γνωστός, που μοιάζει να λαμβάνει τις διαστάσεις επιδημίας. Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας της ψηφιακής κοινωνίας, που μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, μέσα από ένα σύνολο ψηφιακών μέσων, παραβιάζοντας προσωπικά, ευαίσθητα δεδομένα, τα οποία μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασφαλή. Οι επιπτώσεις αυτού του φαινομένου «αγγίζει» όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ακόμα και τους παρατηρητές του, φανερώνοντας με αυτό τον τρόπο την έντασή του και την ανάγκη λήψης μέτρων για την αντιμετώπισή του.

Μιλώντας για την ψηφιακή κοινωνία

Με το τέλος του 20ου αιώνα η παγκόσμια κοινότητα εισέρχεται σε μία νέα εποχή, στην κοινωνία της πληροφόρησης ή αλλιώς στην ψηφιακή κοινωνία. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της Ψηφιακής Επανάστασης, που ξεκίνησε το 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με τις επιπτώσεις της να συγκρίνονται με εκείνες που επέφερε η Βιομηχανική Επανάσταση. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εποχή διαδραματίζει το διαδίκτυο, η χρήση του οποίου υπολογίζεται ότι έχει υπερβεί το 200% από το 1985, ενώ οι ετήσιοι ρυθμοί του παραμένουν αμείωτοι (Giddens,2002).

Ανάλογη είναι και η αύξηση του μέσου όρου που αναλώνει ο μέσος χρήστης συνδεδεμένος στο διαδίκτυο, οδηγώντας συχνά και σε μία μορφή εξάρτησης. Σε αυτό συνηγορούν και οι λεγόμενες «έξυπνες» φορητές συσκευές· κινητά, φορητοί υπολογιστές, έξυπνα ρολόγια και tablets είναι ορισμένα από τα μέσα που επιτρέπουν στο άτομο να έχει άμεση πρόσβαση στο διαδίκτυο, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Είναι άλλωστε ενδεικτικό το γεγονός ότι οι εταιρείες προχωρούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε βελτιώσεις τους, προσφέροντάς τα σε μία ευρεία γκάμα χρωμάτων, μεγεθών και άλλων επιλογών, προκειμένου να γίνουν πιο θελκτικά και να καλύψουν όλο το εύρος του αγοραστικού κοινού.

Υπάρχει μία πληθώρα προσεγγίσεων που επιχειρούν να προσδιορίσουν την σημασία της κοινωνίας της πληροφορίας, όπου στο σύνολό τους αναφέρονται σε μία κοινωνία στην οποία κυριαρχεί η πληροφορική τεχνολογία, προκαλώντας σφοδρές κοινωνικές αλλαγές (Κάλλας,2006). Ο Webster (2006:8-21) προτείνει πέντε ορισμούς, που προσδιορίζουν την έννοιά της, με τον καθένα να περιλαμβάνει ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό. Ο τεχνολογικός ορισμός εστιάζει στις καινοτομίες που έχουν πραγματοποιηθεί στον χώρο της τεχνολογίας. Ο οικονομικός, εξετάζει στον ρόλο των βιομηχανιών των πληροφοριών στην εγχώρια οικονομία και γενικότερα στην οικονομική ανάπτυξη του έθνους. Οι βιομηχανίες καλύπτουν ένα πλήθος παραγωγικών δραστηριοτήτων· από τον χώρο της εκπαίδευσης και ενημέρωσης, μέχρι και δραστηριότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Ο επαγγελματικός ορισμός αναφέρεται στις μεταβολές που έχουν υπάρξει στον χώρο της απασχόλησης, μιας και πάνω από το 70% του εργατικού δυναμικού στις ανεπτυγμένες χώρες, απασχολείται στις ανωτέρω βιομηχανίες. Ο χωροταξικός από την άλλη, φανερώνει την σημασία των δικτύων πληροφοριών, που συνδέουν τόπους, προσφέροντας μία άλλη οπτική στην έννοια και στην οργάνωση του χώρου και του χρόνου. Τέλος, ο πολιτιστικός ορισμός προσδίδει την χροιά της σημερινής κοινωνίας η οποία χαρακτηρίζεται από την διαρκή αύξηση και ανταλλαγή πληροφοριών, επηρεάζοντας αισθητά την καθημερινότητά μας και διαμορφώνοντας την κοινωνία της πληροφορίας.

Η εδραίωση της κοινωνίας της πληροφορίας και ιδίως της ψηφιακής κοινωνίας στην ζωή μας είναι μία πραγματικότητα. Όπως είναι αναμενόμενο, οι νέες γενιές είναι πιο εξοικειωμένες στην χρήση του ψηφιακού περιβάλλοντος, το οποίο ερμηνεύεται στα πλαίσια του κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος. Σε μελέτη του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας (ΕΠΙΨΥ,2016) που διεξήχθη το 2014, με δείγμα 4.141 εφήβους, έδειξε ότι το 54,5% των Ελλήνων εφήβων ηλικίας 11 έως 15 ετών, κυρίως αγόρια (60,3%) περνούν περισσότερες από πέντε ώρες την ημέρα μπροστά σε κάποια ηλεκτρονική συσκευή. Όσον αφορά τους λόγους χρήσης του διαδικτύου, οι μαθητές ηλικίας 16 ετών φαίνεται να αφιερώνουν 2,4 ώρες την ημέρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τα αγόρια να δηλώνουν συχνή ενασχόληση με διαδικτυακά παιχνίδια πολέμου/στρατηγικής, αλλά και με παιχνίδια που μπορεί κάποιος να κερδίσει χρήματα ή με αγορές μέσω διαδικτύου (Γράφημα 1). Είναι εξίσου ενδιαφέρον ότι οι μαθητές, σε ποσοστό 40,5% απάντησαν ότι μπαίνουν στο διαδίκτυο όταν νιώθουν άκεφοι, το 35,9% προκειμένου να ξεφύγουν από άσχημες καταστάσεις και αρνητικά συναισθήματα, ενώ το 20,8% επισημαίνει την δυσκολία που νιώθει να αποσυνδεθεί από το διαδίκτυο και το 20,1% ότι βιάζεται να τελειώσει την μελέτη του για να συνδεθεί.

Γράφημα 1. Μέσος όρος ημερών και ωρών ενασχόλησης με το διαδίκτυο, ανά τύπο ενασχόλησης (πηγή: ΕΠΙΨΥ,2016:61).

 

 

Σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγουν και άλλες μελέτες. Μόνο στην Ευρώπη το 77% των παιδιών ασχολούνται με ψηφιακές δραστηριότητες, με το διαδίκτυο να «μετατρέπεται» σε ένα εργαλείο που τους βοηθά να ανακαλύψουν ακόμα και το σώμα τους ή την ταυτότητά τους (Bond,2014). Είναι εξίσου σημαντικό ότι στο διαδίκτυο δεν υπάρχουν περιορισμοί. Όλοι μπορούν να συμμετέχουν, αρκεί να έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο. Η απεριόριστη αυτή ελευθερία του διαδικτύου ελλοχεύει τον κίνδυνο της εξάρτησης. Ένα φαινόμενο, το οποίο φαίνεται να είναι «κλιμακούμενο», λαμβάνοντας διαστάσεις «μάστιγας». Παρουσιάζεται στην πρώιμη εφηβεία (10-14 ετών), γίνεται πιο έντονο στην μέση εφηβεία (15-17 ετών), αυξάνεται εκ νέου στην όψιμη εφηβεία (>17 ετών), κυρίως φοιτητές, οι οποίοι εξαιτίας των αλλαγών που βιώνουν, «βρίσκουν» καταφύγιο στο διαδίκτυο. Το 2018 το περιοδικό The Lancet Child & Adolescent Health αναφέρθηκε σε έρευνα που διεξήχθη το 2017 στο Ηνωμένο Βασίλειο, καταδεικνύοντας ότι το 3% παιδιών ηλικίας 11-16 ετών είχε δαπανήσει δικά του χρήματα σε διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια, όταν το 7% είχε χρησιμοποιήσει λογαριασμούς των γονιών του, με ή χωρίς την άδειά τους. Υπάρχουν βέβαια περιστατικά και σε άλλες ηλικιακές ομάδες, όπου τα άτομα εθίζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στον ηλεκτρονικό τζόγο και την πορνεία (Σφακιανάκης και συν.,2012).

Η δομή της ψηφιακής κοινωνίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ψηφιακή συμμετοχή, την πρόσβαση, την χρήση και τις στάσεις των χρηστών. Είναι δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται τα άτομα ως μέλη της ψηφιακής κοινωνίας που θα διαμορφώσουν ανάλογα το ψηφιακό περιβάλλον.  Γίνεται αντιληπτό, ότι το άτομο θα πρέπει να εκπαιδευτεί, για να χρησιμοποιεί την τεχνολογία με ασφάλεια, ήθος και υπευθυνότητα, προστατεύοντας τα δικαιώματα και τις πληροφορίες του, ώστε να καταστεί ένας ψηφιακός πολίτης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από την ψηφιακή ιθαγένεια, η οποία μας καθοδηγεί εντός του ψηφιακού περιβάλλοντος· «Σεβάσου-Εκπαιδεύσου-Προστάτεψε» είναι το τρίπτυχο που ορίζει την ψηφιακή μας συμπεριφορά. Σύμφωνα με τον Ribble (2011:15-42) υπάρχουν εννέα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της ψηφιακής ιθαγένειας:

  • Ψηφιακή Πρόσβαση (Digital Access): ισότιμη και ανεμπόδιστη πρόσβαση και συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
  • Ψηφιακό Εμπόριο (Digital Commerce): το σύνολο των ηλεκτρονικών διαδικασιών που επιτρέπουν τη διακίνηση και αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.
  • Ψηφιακή Επικοινωνία (Digital Communication): ψηφιακή ανταλλαγή μηνυμάτων.
  • Ψηφιακός Εγγραμματισμός (Digital Literacy): διδάσκοντας και μαθαίνοντας για τη χρήση της τεχνολογίας.
  • Ψηφιακή Δεοντολογία/Εθιμοτυπία (Digital Etiquette): όρια και κανόνες που διέπουν την ψηφιακή επικοινωνία.
  • Ψηφιακή Νομοθεσία (Digital Law): υποχρεώσεις και νομικά κωλύματα που σχετίζονται με τη διακίνηση και τη χρήση των ψηφιακών πληροφοριών.
  • Ψηφιακά Δικαιώματα και Υποχρεώσεις (Digital Rights & Responsibilities): ελευθερίες αλλά και υποχρεώσεις που συνδέονται με τη χρήση των ΤΠΕ.
  • Ψηφιακή Υγεία και Ευεξία (Digital Health & Wellness): κίνδυνοι για την υγεία οι οποίοι απορρέουν από τη χρήση των ψηφιακών μέσων.
  • Ψηφιακή Ασφάλεια (Digital Security): προφυλάξεις για την ασφάλεια των προσωπικών και ψηφιακών δεδομένων, ευαίσθητων στοιχείων και πληροφοριών

Εύλογα σε αυτό το σημείο γεννάται το ερώτημα κατά πόσο είναι ασφαλές το διαδίκτυο και ειδικότερα, κατά πόσο είμαστε εκπαιδευμένοι να συμπεριφερόμαστε σωστά στο ψηφιακό περιβάλλον.

Ψηφιακοί κίνδυνοι: Η περίπτωση του διαδικτυακού εκφοβισμού

Η ψηφιακή κοινωνία είναι εφάμιλλη της κοινωνικής πραγματικότητας. Με αυτή την έννοια φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας που ενυπάρχουν στην κοινωνία, συναντώνται και στο ψηφιακό περιβάλλον. Επιπλέον, η αυξημένη χρήση του διαδικτύου και ιδίως η τεταμένη χρήση των φορητών συσκευών, αυξάνει τον κίνδυνο θυματοποίησης του χρήστη, το οποίο οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ότι οι περισσότεροι χρήστες υποβαθμίζουν –αν όχι δεν γνωρίζουν-τους πιθανούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν το οποίο και συνδέεται με την ελλιπής ενημέρωσή τους. Ποιοι όμως είναι οι ψηφιακοί κίνδυνοι και ποιες οι επιπτώσεις στο άτομο;

Οι πιο συνηθισμένοι διαδικτυακοί κίνδυνοι είναι οι παρακάτω:

Εθισμός στο διαδίκτυο. Η παθολογική χρήση του διαδικτύου εκδηλώνεται σταδιακά μέσα από ένα φάσμα συμπεριφορών που μοιάζουν και με συμπτώματα κατάθλιψης.

Διαδικτυακή αποπλάνηση (grooming) συμβαίνει όταν κάποιος επικοινωνεί με ένα παιδί ή έφηβο, με σκοπό την σεξουαλική του κακοποίηση.

Ακατάλληλο περιεχόμενο. Ο όρος αυτός είναι υποκειμενικός, μιας και καθορίζεται από την ηλικία και την ψυχική κατάσταση του χρήση, ενώ είναι πιθανόν να δημιουργήσει διάφορες αντιδράσεις, «πυροδοτώντας» ακόμα και λάθος συμπεριφορές.

Προσωπικά δεδομένα, που αφορά την παραβίαση της ιδιωτικότητας των χρηστών. Ο κίνδυνος αυτός σχετίζεται με το γεγονός ότι πολλοί χρήστες δεν χρησιμοποιούν κάποιο πρόγραμμα ασφαλείας, που να αποτρέπει την εγκατάσταση κακόβουλων λογισμικών στις συσκευές τους, με αποτέλεσμα ένα ικανοποιητικό ποσοστό αυτών να έχει αντιμετωπίσει κάποια διαδικτυακή απειλή.

Sexting. Είναι η ανταλλαγή φωτογραφιών και μηνυμάτων, με σεξουαλικό περιεχόμενο μέσω ηλεκτρονικών συσκευών.

Διαδικτυακός εκφοβισμός. Είναι οποιαδήποτε πράξη εκφοβισμού, επιθετικότητας ή παρενόχλησης, η οποία πραγματοποιείται μέσω διαδικτύου και επαναλαμβάνεται.

Ο όρος διαδικτυακός εκφοβισμός, ο οποίος συναντάται κυρίως ως cyber bullying, πρωτοεμφανίστηκε την δεκαετία του 2000 από τον Καναδό B.Besley, προσπαθώντας να προσδιορίσει ένα νέο πολυσύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο, ενδεικτική περίπτωση κοινωνικής παθογένειας, εντός της ψηφιακής κοινωνίας. Πρόκειται για μία εξέλιξη του παραδοσιακού εκφοβισμού σε τεχνολογικό επίπεδο, του οποίου η έκταση είναι πολύ μεγαλύτερη, σε σχέση με τις παραδοσιακές μορφές του, ενώ η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι εισέρχεται σε μέρη που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασφαλή και προσωπικά. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί ανά πάσα στιγμή στο ψηφιακό περιβάλλον. Περιλαμβάνει την αποστολή εικόνων, φωτογραφιών, εχθρικών μηνυμάτων στο κινητό τηλέφωνο, στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ακόμα και σε δημοφιλείς σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Σύμφωνα με την Willard (2007:6-11), το φαινόμενο αυτό μπορεί να λάβει τις ακόλουθες μορφές:

  • Flaming. Είναι η αποστολή προσβλητικών μηνυμάτων μέσω διαδικτύου σε ένα ή περισσότερα άτομα, το οποίο μπορεί να αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό ή να γίνεται σε επαναλαμβανόμενη βάση.
  • Παρενόχληση (Harassment)· η επαναλαμβανόμενη αποστολή αγενών μηνυμάτων σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
  • Διαστρέβλωση (Denigration). Η διάδοση και δημοσίευση μηνυμάτων που στοχεύουν στην δυσφήμιση του θύματος.
  • Προσποίηση (Impersonation). Η παράνομη είσοδος ενός ατόμου στο λογαριασμό κάποιου άλλου, μιμούμενος ότι είναι ο δεύτερος, όπου προχωρά στην δημοσίευση υλικού, αποσκοπώντας ουσιαστικά στο να βλάψει την δημόσια εικόνα του κατόχου του λογαριασμού.
  • Outing. Ο διαμοιρασμός προσωπικών, ιδιωτικών πληροφοριών, ευαίσθητων θεμάτων και φωτογραφιών κάποιου σε τρίτους.
  • Εμπαιγμός (Trickery). Όταν κάποιος παγιδεύει κάποιον να του αποκαλύψει πληροφορίες, τις οποίες στη συνέχεια διοχετεύει στο διαδίκτυο και τις χρησιμοποιεί κατά βούληση.
  • Cyberstalking· η επαναλαμβανόμενη, έντονη παρενόχληση και δυσφήμιση που περιλαμβάνει απειλές, δημιουργώντας κλίμα φόβου και ανασφάλειας.
  • Αποκλεισμός (Exclusion). Ο αποκλεισμός κάποιου από το διαδίκτυο.

Στο φαινόμενο αυτό, όπως και σε κάθε μορφή εκφοβισμού, υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες, οι θύτες και τα θύματα. Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί διάφορες θέσεις που προσπαθούν να σκιαγραφήσουν το εκάστοτε προφίλ. Θύτης μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε, ίσως και από το άμεσο φιλικό περιβάλλον του θύματος. Τυχόν σωματικές αδυναμίες του θύματος, μία ιδιαίτερη εξωτερική εμφάνιση, ακόμα και η οικονομική κατάσταση ή η καταγωγή των γονιών του, είναι ορισμένοι μόνο από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην στοχοποίησή του. Για τους Strom και Strom (2005:21) ο θύτης του κυβερνοχώρου διαφέρει ριζικά από το παραδοσιακό μοντέλο του θύτη, κυρίως εξαιτίας της ανωνυμίας που του παρέχει αυτός ο χώρος. Οι Cyberbullies όπως τους αποκαλούν, είναι πιθανό να είναι σωματικά ασθενέστεροι, σε σχέση με τους ανθρώπους που προσπαθούν να τρομάξουν. Οι Γρηγοράκη και συν. (2014), εξετάζοντας το προφίλ των θυτών, αναφέρουν ότι υπάρχουν ποικίλοι λόγοι που ωθούν κάποιον σε αυτή την συμπεριφορά, όπως είναι η συναισθηματική πλήξη, λόγοι διασκέδασης, εκδίκησης, η ανάγκη για προσοχή, καθώς και το να αποτελεί ο ίδιος ο θύτης, θύμα λεκτικής ή σωματικής βίας. Άλλες έρευνες υπογραμμίζουν ότι οι θύτες συχνά εμφανίζουν αντικοινωνική παραβατική συμπεριφορά και αδιαφορία για το σχολείο, με τα αγόρια να έχουν περισσότερη ροπή στην εκδήλωση αυτών των συμπεριφορών– αν και η διαπίστωση αυτή αμφισβητείται, μιας και ένα ικανοποιητικό ποσοστό μελετών επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δύο φύλων, καταλήγοντας ωστόσο ότι τα αγόρια γίνονται συχνότερα θύματα από τα κορίτσια (Strom,Strom,2005,Makri-Botsari,Karagianni,2014:3242).

Όσον αφορά το προφίλ του θύματος δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μοτίβο, εκτός του ότι ένα ικανοποιητικό ποσοστό αυτών των παιδιών είναι επίσης στόχοι του παραδοσιακού εκφοβισμού. Τις περισσότερες φορές τα παιδιά αυτά διαφέρουν από την πλειοψηφία της σχολικής κοινότητας, σε κάποια χαρακτηριστικά τους, όπως η σεξουαλική ταυτότητα, το βάρος, η εξωτερική τους εμφάνιση, κ.α. (Willard,2007). Συγκεκριμένα, τα θύματα μοιάζουν να είναι εσωστρεφή, μοναχικά, χωρίς μεγάλο κοινωνικό κύκλο, ανασφαλείς, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, αγχώδη, που καταφεύγουν στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναζητώντας την αποδοχή και την ηλεκτρονική προσοχή, για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους περί κοινωνικότητας και εξωστρέφειας (Feinberg,Robey,2009).

Όπως είναι φυσικό, η αύξηση χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης  σηματοδοτεί μία εντυπωσιακή αύξηση των κρουσμάτων· υπολογίζεται ότι περίπου το 15-35% των νέων έχει πέσει θύμα διαδικτυακού εκφοβισμού. Η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις εμφάνισης του φαινομένου στην Ευρώπη, με ποσοστό 26,8%, έναντι του 37,3% που καταγράφει η Ρουμανία (Τσίτσικα και συν.,2012). Οι Γρηγοράκη και συν. (2014) διερευνώντας τις περιπτώσεις ηλεκτρονικού εκφοβισμού στην παιδική και εφηβική ηλικία, σε δείγμα 79 μαθητών, διαπιστώθηκε ότι το 66,3% είχε λάβει τουλάχιστον μία φορά, προσβλητικά σχόλια, από τους οποίους το 22,4% ήταν αναφορικά με την εξωτερική τους εμφάνιση και το 21,5% την συμπεριφορά τους. Είναι δε αξιοσημείωτο, ότι οι αποστολείς αυτών των μηνυμάτων σε ποσοστό 39,4% ήταν φίλοι και γνωστοί και το 20,6% φίλοι χωρίς πρόσβαση στο προφίλ τους.    Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα δεδομένα που δημοσιεύει η Ελληνική Γραμμή Βοήθειας «help-line», η οποία την περίοδο Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2017 έλαβε 1.640 κλήσεις, από τις οποίες το 20% αφορούσε περιστατικά διαδικτυακού εκφοβισμού, με το φαινόμενο αυτό να θεωρείται νούμερο ένα πρόβλημα στην Ευρώπη, βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τις 32 Γραμμές Βοήθειας INSAFE.

Τα παραπάνω υποδηλώνουν την έκταση του διαδικτυακού εκφοβισμού, μία επιβλαβής συμπεριφορά, ικανή να προκαλέσει ψυχική και σωματική βλάβη σε όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, καθώς και στην ενήλικη ζωή τους. Οι ψυχολογικές τους επιπτώσεις είναι δυσμενέστερες σε σχέση με εκείνες που δημιουργούνται στην παραδοσιακή μορφή του εκφοβισμού. Τα θύματα βιώνουν έντονα συναισθήματα εσωστρέφειας, ανασφάλειας, αγχωτικά συναισθήματα, θυμό, ενοχή και χαμηλή αυτοεκτίμηση, τα οποία εκφράζονται μέσα από ψυχοσωματικά συμπτώματα, αντικοινωνικές συμπεριφορές, μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα προσαρμογής και απόσυρσης. Υπάρχουν παραδείγματα διαδικτυακού εκφοβισμού που οι νέοι οδηγήθηκαν σε ακραίες μορφές επιθετικής συμπεριφοράς, ακόμα και στην αυτοκτονία. Αντίθετα, οι κοινωνικά ισορροπημένοι έφηβοι που έχουν υγιή συστήματα υποστήριξης από την οικογένεια και το φιλικό τους περίγυρο, έχουν καλύτερες πιθανότητες αντιμετώπισης και λήψης αποφάσεων (Feinberg,Robey,2009).

Ανάλογο αντίκτυπο έχει και για τους θύτες, οι οποίοι μεγαλώνοντας είναι πιθανόν να ακολουθήσουν αντίστοιχες τακτικές τόσο στο οικείο και οικογενειακό περιβάλλον τους, όσο και στο επαγγελματικό περιβάλλον και στην καθημερινή τους ζωή. Αυξημένα είναι και στους θύτες τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, οι οποίοι συνιστούν επιπλέον ομάδα υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη αυτοκτονικού ιδεασμού (Espelage,Swearer,2003).

Στην ελληνική νομοθεσία δεν υπάρχει ακόμα ορισμός του διαδικτυακού εκφοβισμού, που να ποινικοποιείται, όμως ο τρόπος έκφρασης, σε συνδυασμό με την παραβίαση ή την παραποίηση των προσωπικών δεδομένων συνιστούν ποινικό αδίκημα. Τον Απρίλιο του 2015, ψηφίστηκε από την ελληνική Βουλή το νομοσχέδιο με το οποίο θεσπίζεται μία ειδική διάταξη για την ποινικοποίηση του εκφοβισμού (bullying), στο οποίο παραλείπονται οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία (safeline.gr).  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι καθοριστικός ο ρόλος των γονέων στην πρόληψη και αντιμετώπιση του διαδικτυακού εκφοβισμού, το οποίο άλλωστε και επιβεβαιώνεται από μία πληθώρα μελετών. Νέοι με αυταρχικούς ή αδιάφορους γονείς φαίνεται να αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα διαδικτυακού εκφοβισμού, από ότι παιδιά με υποστηρικτικούς γονείς (Makri-Botsari,Karagianni,2014). Οι γονείς θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι για τους διαδικτυακούς κινδύνους και τους αρμόδιους φορείς στους οποίους μπορούν να απευθυνθούν, ώστε να είναι ικανοί να παρέχουν το κατάλληλο υποστηρικτικό περιβάλλον και την σωστή ενημέρωση στα παιδιά τους. Εστιάζοντας κυρίως στο κομμάτι της πρόληψης, θα πρέπει οι γονείς να είναι σε εγρήγορση, να παρατηρούν την συμπεριφορά των παιδιών τους για τυχόν αλλαγές και να μιλάνε μαζί τους για το διαδίκτυο και για τους «διαδικτυακούς φίλους» τους. Δίνεται επίσης η δυνατότητα χρήσης και εγκατάστασης λογισμικών φιλτραρίσματος και εργαλείων ασφαλείας, για τον αποκλεισμό χυδαίων λέξεων και ικανοτήτων.

Πέρα από τους γονείς, η πρόληψη προϋποθέτει την απαραίτητη ενημέρωση των εκπαιδευτικών, αλλά και των ίδιων των παιδιών/εφήβων. Πράγματι, το σχολικό περιβάλλον είναι εκείνος ο χώρος στον οποίο καταγράφονται τα περισσότερα περιστατικά εκφοβισμού ή εκδηλώνονται «ύποπτες» συμπεριφορές. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την σημασία της σωστής εκπαίδευσης και ενημέρωσης των εκπαιδευτικών σε διαδικτυακά ζητήματα, για την καταπολέμηση αυτών των παθογόνων συμπεριφορών, προκειμένου να είναι σε θέση να συνεργαστούν και να παρέχουν τις κατάλληλες οδηγίες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης σε γονείς και μαθητές. Τέλος, τα παιδιά και οι έφηβοι οφείλουν να είναι υπεύθυνοι χρήστες, σωστά ενημερωμένοι, ώστε να αναγνωρίζουν τέτοιες συμπεριφορές και όταν γίνονται μάρτυρες αυτών, είτε ως θύματα, είτε ως απλοί παρατηρητές να τα καταγγέλλουν, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο σε ένα ασφαλέστερο όχι μόνο ψηφιακό περιβάλλον, αλλά στην ίδια την κοινωνία.

Συμπέρασμα

Ο διαδικτυακός εκφοβισμός είναι αναμφίβολα ένα σύγχρονο φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας, που συνδέεται με την ευρεία διάδοση και χρήση του Διαδικτύου και άλλων ψηφιακών μέσων. Δεν παύει να αποτελεί μία συνέχεια του παραδοσιακού εκφοβισμού, με ορισμένες διαφοροποιήσεις, έχοντας δυσμενείς επιπτώσεις σε ψυχοσυναισθηματικό επίπεδο, αλλά και στην σωματική υγεία. Οι διαφοροποιήσεις αυτές μάλιστα, δυσχεραίνουν περαιτέρω την διαχείρισή του, ενώ συνδέονται με φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, αφού η «ψηφιακή» βία είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει και σε ανάλογες συμπεριφορές στην ενήλικη ζωή εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου είναι αναγκαία η ενημέρωση και η εκπαίδευση των γονέων, των εκπαιδευτικών και των παιδιών/ εφήβων, που θα συμβάλλουν στην πρόληψη και στην αναγνώριση αυτών των παθογόνων συμπεριφορών. Παράλληλα, ο σχεδιασμός μηχανισμών πρόληψης και διαχείρισης φορέων και μηχανισμών, όπου θα μπορούν να απευθυνθούν οι εμπλεκόμενοι φορείς είναι καθοριστικής σημασίας για την διαχείρισή του, όπως είναι η Γραμμή Βοήθειας του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου (τηλ.210-6007686,[email protected],www.help-line.gr), η Γραμμή καταγγελιών SafeLine (www.safeline.gr) και η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

Ωστόσο, ο διαδικτυακός εκφοβισμός, όπως και άλλοι ψηφιακοί κίνδυνοι εντάσσονται στα γενικότερα προβλήματα που προκύπτουν στο ψηφιακό περιβάλλον, εξαιτίας της απουσίας της κατάλληλης ψηφιακής εκπαίδευσης και της ύπαρξης ψηφιακής ιθαγένειας. Η ανάπτυξη ενεργούς ψηφιακής ιθαγένειας ισοδυναμεί με τον ενεργό ψηφιακό πολίτη. Καθιστά δηλαδή τους ανθρώπους ικανούς να εκμεταλλεύονται τα οφέλη της τεχνολογίας, με ασφαλή και αποτελεσματικό τρόπο. Θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τον ρόλο της κοινωνικοποίησης. Όπως το άτομο μαθαίνει να γίνεται ενεργός πολίτης και να εντάσσεται στο κοινωνικό σύνολο, θα πρέπει να μάθει αντίστοιχα να είναι ψηφιακός πολίτης με δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι καθοριστικής σημασίας σε αυτή την διαδικασία, ως φορέας κοινωνικοποίησης, αφού προϋποθέτει το να εμφυσήσει την σωστή χρήση του διαδικτύου στα παιδιά από εξαιρετικά μικρή ηλικία, προκειμένου να την χρησιμοποιούν σωστά τόσο κατά την συνέχεια, όσο και κατά την ενήλικη ζωή τους. Κλείνοντας, δεν πρέπει να υποβαθμίζονται οι συνέπειες των ψηφιακών κινδύνων στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, όπου τυχόν θυματοποίησή τους έχει αντίκτυπο στην ενήλικη ζωή τους, αλλά και στο κοινωνικό περιβάλλον.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bond, E. (2014), Childhood, Mobile Technologies and Everyday Experiences: Changing Technologies = Changing Childhoods? United Kingdom: Palgrave Macmillan.

Espelage, D., Swearer, S.M. (2003), Research on school bullying and victimization: what we learned and where do we go from here? School Psychology Review, 32: 365-383.

Feinberg, T., Robey, N. (2009), Cyberbullying, The Education Digest, 74: 26-31.

Giddens, A. (2002), Κοινωνιολογία, Αθήνα: Gutenberg.

Makri-Botsari, E., Karagianni, G. (2014), Cyberbullying in Greek adolescents: The role of parents, Procedia – Social and Behavioral Sciences, 116: 3241 – 3253

Ribble, M. (2011), Digital Citizenship in Schools, International Society for Technology in Education (ISTE)

Strom, P.S., Strom, R.D. (2005), Cyberbullying by Adolescents: A Preliminary Assessment, The Educational Forum, 70: 21-32.

The Lancet Child & Adolescent Health (2018), Growing up in a digital world: benefits and risks, vol.2:79. Διαθέσιμο στο https://www.thelancet.com/action/showPdf?pii=S2352-4642%2818%2930002-6.

Webster, F. (2006), Theories of the Information Society, London, New York: Routledge.

Willard, N. E. (2007), Cyberbullying and Cyberthreats: Responding to the Challenge of Online Social Aggression, Threats, and Distress, Champaign, IL: Research Press.

Γρηγοράκη, Μ., Περάκη, Φ., Πολίτη Α. (2014), Ηλεκτρονικός εκφοβισμός στην παιδική και εφηβική ηλικία: διερευνώντας το φαινόμενο όπως εκδηλώνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επιστημών Εκπαίδευσης, τόμ. 2014.

Ελληνική Γραμμή Βοήθειας «help-line 210 6007686», Annual Report 2017. Διαθέσιμο στο https://saferinternet4kids.gr/wp-content/uploads/2018/08/help-line-annual-report-2017finalnew.pdf.

Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής-ΕΠΙΨΥ (2016), Πανελλήνια Έρευνα στο Μαθητικό Πληθυσμό για τη Χρήση Εξαρτησιογόνων Ουσιών και άλλες Εξαρτητικές Συμπεριφορές: Έκθεση Αποτελεσμάτων, Αθήνα, Μάιος 2016. Διαθέσιμο στο http://www.epipsi.gr/Documents/Epidhmiologikes-Ereunes/5.Ekthesi_apotelesmatwn_ESPAD-GR%202015.pdf.

Κάλλας, Γ. (2006), Η κοινωνία της πληροφορίας, Αθήνα: Νεφέλη.

Σφακιανάκης, Ε., Σιώμος, Κ., Φλώρος, Γ. (2012), Εθισμός στο διαδίκτυο και άλλες διαδικτυακές συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, Αθήνα: Λιβάνης.

Τσίτσικα, Α., Τζαβέλα, Ε., Μαυρομάτη, Φ., Σύμπραξη Ευρωπαϊκών Χωρών-EU NET ADB Consortium (2012), Διαδίκτυο και Συμπεριφορές Εξάρτησης: Μελέτη σε Ευρωπαίους Εφήβους, Πρόγραμμα Saferinternet Plus: Ευρωπαϊκή Ένωση. Διαθέσιμο στο http://dide-peiraia.att.sch.gr/plinetp/images/stories/files/newsletter/diadiktyo_kai_symperifores_eksartisis.pdf

2019-07-17T11:43:46+00:00