Στην καρδιά βάλε πατίνια και δυο ρουλεμάν: Αντίο Λαυρέντη

Aπο τη Μάρη Γαργαλιάνου,

Ξυπνάς το πρωί, ετοιμάζεσαι, μπαίνεις στ’ αμάξι για δουλειά και βάζεις τέρμα ραδιόφωνο. Ακούς τον Τούρκο στο Παρίσι. Τελειώνει το τραγούδι, αλλάζεις σταθμό και τσουπ…  Μικρός Τιτανικός. Τελειώνει κι αυτό και ακολουθεί ο Νότος. Λες κάτι συμβαίνει. Κάτι δεν πάει καλά.

Σε παίρνει τηλέφωνο ένας φίλος και σου λέει «Ρε συ τα ‘μαθες; Πέθανε ο Λαυρέντης» γιατί όπως όλους τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες (δες Θανάση, δες Αλκίνοο) τους αποκαλείς με το μικρό. Πέθανε ο Λαυρέντης… Έφυγε από τη ζωή ο Μαχαιρίτσας. Έτσι ξαφνικά. Τουλάχιστον δεν ταλαιπωρήθηκε σκέφτηκα. Τουλάχιστον, δεν πόνεσε όπως όλοι εμείς στο άκουσμα του φευγιού του.

Και δεν είναι ότι τον ξέραμε προσωπικά. Δεν είναι ότι ήταν «φίλος καρδιακός», ή ξάδερφος, ή μπατζανάκης. Είναι ότι ήταν ο πρώτος μας έρωτας, τα δάκρυά μας σε μια και δυο και τρεις συναυλίες, το σφίξιμο στο στομάχι μας όταν ακούγαμε το «Πεθαίνω για σένα», η ανάσα και το βροντερό μας «Πόσο σε θέλω» στο παράνομο και υπέροχο απωθημένο μας.

Μαζί του ερωτευτήκαμε, κλάψαμε, σιγοτραγουδήσαμε, ουρλιάξαμε, ανάψαμε φωτιές και αγκαλιαστήκαμε. Αγαπήσαμε, γελάσαμε, θαυμάσαμε, πληγωθήκαμε και φτου κι απ’ την αρχή.

Και τώρα το timeline μας γέμισε Μαχαιρίτσα… Γέμισε «Αντίο», «Καλό Παράδεισο» και «Χαιρετίσματα στο Σάκη!». Και η παρέα εκεί πάνω μεγαλώνει. Και το timeline μας συνεχίζει να γεμίζει και μεταξύ άλλων βλέπεις και κάτι γραφικά του στιλ «Αυτό το πράγμα να θυμούνται όλοι κάποιον όταν φεύγει, ή πεθαίνει», ή «Σιγά πως κάνετε έτσι λες και τον ξέρατε», με ξεπερνούν.

Με ξεπερνά η πάσης φύσεως κριτική που στάζει δηλητήριο και είναι άνευ λόγου. Με ξεπερνά το και καλά «υπεράνω». Με ξεπερνά η καμουφλαρισμένη ταπεινότητα του είναι και ότι «προσπαθώ να περάσω κάτι βαθύ με τη μάσκα του εριστικού». Enough.

Θα πονέσουμε όσο θέλουμε, όποιον θέλουμε και με όποιον τρόπο επιλέξουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους ξέρεις προσωπικά, όμως τους αγαπάς. Αγαπάς το συναίσθημα, τη δουλειά τους, την ευαισθησία τους. Άνθρωποι που όταν κανένας δεν ήταν εκεί, ήταν αυτοί με τον τρόπο τους. Με το «Φλασάκι» και τo «Ρίξε κόκκινο στη νύχτα» τους. Με το στίχο και τη μελωδία τους. Ω ναι. Ήταν απόλυτα εκεί όταν δεν ήταν κανείς άλλος.

Όταν φεύγει κάποιος πολύ αγαπημένος του κόσμου για χ,ψ λόγους, ένα άτομο «γνωστό», ανθρώπινο είναι να πονάμε και ανθρώπινο να το εκφράζουμε όπως εμείς επιθυμούμε. Ας τελειώσει αυτή η ιστορία με τα σνομπ δηλητήρια πια. Κι αν δεν τελειώσει, προσέξτε μη δαγκώσετε τη γλώσσα σας και δηλητηριαστείτε περσόνες υπεράνω φεισμπουκικιές, ινσταγκραμικές και σοσιαλμιντιακές γενικότερα.

Αντίο Λαυρέντη. Ήσουν, είσαι και θα είσαι για πάντα ένα «αχ» μας. Καλό Παράδεισο.

 

 

2019-09-10T12:29:29+00:00