Βία μεταξύ ανηλίκων: Μαθαίνοντας τα παιδιά να λένε «OΧΙ» στην βία

Από την Ανδρονίκη Λάππα, 

Η βία αποτελεί ένα φαινόμενο που απαντάται στην ανθρώπινη κοινωνία από την αρχή της δημιουργίας της. Δεν γνωρίζει χρονικούς ή γεωγραφικούς περιορισμούς ενώ μπορεί να ασκηθεί εις βάρος οποιουδήποτε ανθρώπου ανεξαρτήτως της ηλικίας, του φύλου, της εθνικότητας, του μορφωτικού επιπέδου του. Στην ουσία, αποτελεί μια πράξη με οδυνηρές συνέπειες για το θύμα αφού είτε αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό είτε ασκείται κατ’ επανάληψη εις βάρος του, επιφέρει σωματικές αλλά και ψυχολογικές συνέπειες στο τελευταίο. Τι συμβαίνει όμως όταν ένα παιδί γίνεται θύμα βίας και μάλιστα από έναν συνομήλικό του; Τι συμβαίνει όταν ένα παιδί ασκεί βία σε μια τόσο τρυφερή ηλικία προκαλώντας κακό που δεν μπορεί να αντιληφθεί;

Η διεθνής κοινότητα αλλά και η ελληνική κοινωνία έχουν, κατά καιρούς, έρθει αντιμέτωπες με περιστατικά άσκησης βίας μεταξύ ανηλίκων. Πως είναι δυνατόν ένας ανήλικος να ασκεί βία και μάλιστα σε έναν άλλο ανήλικο; Γιατί ένα παιδί έχει αισθήματα θυμού και επιθετικές τάσεις σε τόσο τρυφερή ηλικία; Τι είναι εκείνο που ωθεί τον ανήλικο να εκφραστεί με θυμό και όχι με διάλογο; Είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που μας απασχολούν σε μια τέτοια συζήτηση. Η απάντηση σε αυτά  τα ερωτήματα δεν είναι συγκεκριμένη. Εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες ενώ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εκάστοτε περίπτωση, αφού κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και κάθε παράγοντας επενεργεί με διαφορετικό τρόπο στον καθένα.

Άλλοτε το άγχος, άλλοτε ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον όπου η βία σε οποιαδήποτε μορφή της πρωτοστατεί μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, άλλοτε η πλημμελής ανατροφή του παιδιού ή μια λάθος στοχευμένη διαπαιδαγώγηση που δεν αποβλέπει στην γαλούχηση του ανηλίκου με αξίες και ιδανικά αλλά στην εκπλήρωση κάθε επιθυμίας του και στην εκμάθηση ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»,  άλλοτε οι «κακές παρέες», ενδέχεται να δημιουργήσουν ή να εντείνουν ήδη επιθετικές τάσεις του ανηλίκου. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, η κατ’ εξακολούθηση έκθεση του ανηλίκου σε σκηνές βίας μέσω της τηλεόρασης ή των διαδικτυακών παιχνιδιών, έχει επισημανθεί ως παράγοντας που μπορεί να δημιουργήσει ή να εντείνει την επιθετική συμπεριφορά του τελευταίου. Εάν μάλιστα ο ανήλικος δεν έχει χτίσει την προσωπικότητα του με τον κατάλληλο τρόπο, εάν τα ερεθίσματα που δέχεται δεν είναι τα κατάλληλα τότε είναι πιθανότερο και σε συνδυασμό με άλλες μεταβλητές όπως αυτές που προαναφέρθηκαν, οι παράγοντες ώθησης στην άσκηση βίας να είναι ισχυρότεροι από τους παράγοντες συγκράτησης.

Η άσκηση βίας από τον ανήλικο μπορεί να εκδηλωθεί είτε με την μορφή λεκτικής και ψυχολογικής βίας -οπότε και ο τελευταίος επιχειρεί να πονέσει το θύμα προκαλώντας του φόβο, ντροπή, στεναχώρια- είτε με την μορφή σωματικής βίας οπότε και βιαιοπραγεί σε βάρος του θύματός του. Σε αυτά τα περιστατικά, πρωταγωνιστές είναι το θύμα και ο δράστης που σε αρκετές περιπτώσεις πλαισιώνεται από μια ομάδα οπότε και γίνεται λόγος για «δράστες». Μια παρέα ανηλίκων που παριστάνουν τους «νταήδες» του σχολείου, τους πιο έξυπνους, πιο ικανούς, τα «κακά παιδιά», τους αρχηγούς του σχολείου που πιστεύουν πως μπορούν να εξουσιάζουν τους υπόλοιπους συμμαθητές τους. Το θύμα δέχεται λεκτική ή σωματική επίθεση με αποτέλεσμα να αισθάνεται φόβο, ντροπή, στεναχώρια, απογοήτευση. Όταν μάλιστα το θύμα είναι ένα παιδί ήσυχο, ντροπαλό, συνεσταλμένο είναι πολύ πιθανό να αισθανθεί αδύναμο να υψώσει το ανάστημά του και να δώσει τέλος στο μαρτύριό του. Για πρόκειται για μαρτύριο! Είναι μαρτύριο να δέχεσαι βία και μάλιστα σε τόσο τρυφερή ηλικία. Είναι μαρτύριο να πονάει  το σώμα και η ψυχή σου, γιατί κάποιος νομίζει ότι μπορεί να παριστάνει τον ισχυρό εις βάρος σου χωρίς να έχει το δικαίωμα.

 Η αντιμετώπιση της βίας είτε εμπλέκονται ενήλικοι είτε ανήλικοι, απαιτεί πάντα άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση. Το παιδί που δέχεται βία πρέπει να μιλήσει! Το ίδιο πρέπει να κάνουν και όσοι ξέρουν για την κατάσταση, παρακολουθούν ως μάρτυρες αλλά επιλέγουν την σιωπή σαν αμέτοχοι θεατές. Διότι είναι επίσης ένοχος ένας αμέτοχος θεατής. Είναι ένοχος γιατί επιλέγει την σιωπή διαιωνίζοντας μια ήδη προβληματική και ψυχοφθόρα για το θύμα κατάσταση. Είναι κατανοητό πως το θύμα ακριβώς λόγω της έντασης που του προκαλεί αυτή η κατάσταση, δεν είναι εύκολο να μιλήσει. Ως εκ τούτου, καθοριστικός θα είναι ο ρόλος όσων γνωρίζουν για το περιστατικό και εν συνεχεία των γονέων και των δασκάλων, οι οποίοι αφού ενημερωθούν για το ζήτημα θα πρέπει να παρέμβουν άμεσα. Η παρέμβαση οφείλει να είναι στοχευμένη τόσο ως την προστασία του θύματος όσο και ως προς τον σωφρονισμό των ανήλικων δραστών. Πρακτικές τιμωρητικού χαρακτήρα μόνο αρνητικά μπορούν να λειτουργήσουν. Ταυτόχρονα όμως το να επαναπαυθούμε στην λογική «παιδιά είναι» μόνο πρόβλημα μπορούμε να προκαλέσουμε.

 Πως μαθαίνουμε λοιπόν στα παιδιά να λένε «Όχι» στην βία; Δίνουμε έμφαση στην θωράκιση της προσωπικότητας του παιδιού, ενισχύουμε την πνευματική και ψυχική καλλιέργεια του, μεταλαμπαδεύουμε στον ανήλικο υψηλές αξίες και ιδανικά ώστε να σέβεται τους συνανθρώπους του, βοηθάμε τον ανήλικο να κατανοήσει πόσο μοναδικός είναι, πως έχει δικαίωμα να έχει διαφορετική άποψη για ένα θέμα και πως η διαφωνία επιλύεται με τον διάλογο. Παράλληλα, όταν ο ανήλικος επιδεικνύει ανάρμοστη συμπεριφορά είναι προτιμότερος ο διάλογος και όχι η άκριτη τιμωρία. Επιχειρούμε να μιλήσουμε με τον ανήλικο και να κατανοήσουμε τον λόγο της συμπεριφοράς του ενώ ταυτόχρονα θέτουμε τον τελευταίο προ των ευθυνών του, ώστε να κατανοήσει τις επιπτώσεις των πράξεών του. Ακόμη και ένας ανήλικος οφείλει να αναλαμβάνει τις ευθύνες του! Μόνο έτσι θα προάγουμε υπεύθυνους  πολίτες, συνετούς που θα σέβονται τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ίδιων αλλά και των συμπολιτών τους. Λέμε «Όχι στην βία»! Απαντάμε στην βία με τον διάλογο. Γονείς, καθηγητές, μαθητές σε κάθε περιστατικό βίας απαντήστε άμεσα! Προστατεύστε το θύμα και επιχειρήστε έναν σοβαρό διάλογο με τον ανήλικο που ασκεί βία. Δείξτε του πόσο οδυνηρή είναι η κατάσταση που προκαλεί και πόσα προβλήματα μακροπρόθεσμα μπορεί να δημιουργήσει και στον ίδιο.

 Η άσκηση βίας προκαλεί μια βαθιά πληγή στο θύμα. Είναι μια πληγή που αιμορραγεί κάθε φορά που ένα περιστατικό βίας διαδέχεται το άλλο, κάθε φορά που το ανήλικο θύμα θα επαναφέρει στο μυαλό του τα γεγονότα, κάθε φορά που θα αισθάνεται ντροπή και φόβο να πάει στο σχολείο. Το ανήλικο θύμα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι δεν ευθύνεται το ίδιο επειδή ένας συνομήλικος του προκαλεί αμηχανία και στεναχώρια. Δεν σημαίνει πως έχει κάνει κάτι κακό το ίδιο και δεν πρέπει να κρατάει μέσα του όλη την στεναχώρια. Μιλώντας σε έναν οικείο του θα αισθανθεί καλύτερα. Πάντα υπάρχει λύση αρκεί να την αναζητήσουμε.

 

2020-07-20T08:30:42+00:00